Monthly Archive: May 2011

May 29 2011

Η Πόλις Εάλω

Απο το ένα link στο άλλο βρίσκεις και διαμαντάκια.

Μην πιείτε ποτέ αυτό το νερό!

 

 

Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,

Σημαίνει κι η αγιά Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,
Με τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες,
Κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.
Ψάλλει ζερβά ο Βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης,
Κι απ’ την πολλή την ψαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνες.
Να μπούνε στο χερουβικό και να βγει ο Βασιλέας,
Φωνή τους ήρθε εξ’ ουρανού κι απ’αρχαγγέλου στόμα.
«Πάψετε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τ’άγια,
παπάδες πάρτε τα γιερά και σεις κεριά σβηστείτε,
γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει.
Μόν’στείλτε λόγο στη Φραγκιά, να ρτούνε τρία καράβια
Το να να πάρει το Σταυρό και τ’άλλο το Βαγγέλιο,
Το τρίτο,το καλύτερο,την ΄Αγια Τράπεζά μας,
Μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας τη μαγαρίσουν».
Η Δέσποινα ταράχτηκε ,κι εδάκρυσαν οι εικόνες.
«ΣΩΠΑΣΕ ΚΥΡΑ ΔΕΣΠΟΙΝΑ, ΚΑΙ ΜΗΝ ΠΟΛΥΔΑΚΡΥΖΕΙΣ,
ΠΑΛΙ ΜΕ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΚΑΙΡΟΥΣ, ΠΑΛΙ ΔΙΚΑ ΜΑΣ ΘΑ ΝΑΙ»

VN:F [1.9.17_1161]
Rating: 0.0/10 (0 votes cast)
VN:F [1.9.17_1161]
Rating: 0 (from 0 votes)

Permanent link to this article: http://www.euaclan.org/2011/05/%ce%b7-%cf%80%cf%8c%ce%bb%ce%b9%cf%82-%ce%b5%ce%ac%ce%bb%cf%89/

May 29 2011

29 Μαίου 1453 οι τελευταίες ώρες της Βασιλεύουσας-μια ιστορία θάρρους και προδοσίας.

 

Θεοδοσιανά τείχη. Μέγα τείχος. Βράδυ Δευτέρας.28 Μαΐου.

Ο Ιωάννης Ιουστινιάνης άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί στην γεμάτη άταφα πτώματα, πεδιάδα του Λύκου. Σε λίγη ώρα θα ξημέρωνε. Η Πόλη των πόλεων, θα ζούσε άλλη μια ημέρα σκληρής πολιορκίας. Ο καιρός δεν ήταν πολύ κρύος, είχε όμως μια υγρασία που τρυπούσε τα κόκαλα. Τύλιξε τον βαρύ μαύρο μανδύα του πάνω από την πανοπλία του. Ήταν κουρασμένος. Όλα τα μέλη του πονούσαν φρικτά. Στην σκουρόχρωμη μεταλλική του πανοπλία, η υγρασία σχημάτιζε μικρά αυλάκια νερού που έπεφταν στο έδαφος. Στο βάθος, στο στρατόπεδο του Αμιρά, η νύχτα είχε γίνει μέρα από τις εκατοντάδες φωτιές που είχαν ανάψει. Τα τύμπανα δεν σταματούσαν λεπτό να χτυπούν. Οι κραυγές και οι επικλήσεις στον Θεό τους, ακουγόταν καθαρά μέχρι τα τείχη που στέκονταν ο ίδιος. Οι δερβίσηδες έκλαιγαν και υπόσχονταν στους στρατιώτες του εχθρού πιλάφι και γυναίκες στον παράδεισο, εάν πεθάνουν τιμημένα στη μάχη Ένα άσχημο προαίσθημα έκανε το στομάχι του να σφιχτεί. Έφερε το χέρι του στο τεράστιο σπαθί του και χάιδεψε τη λαβή.

Έστριψε το κεφάλι του δεξιά και αριστερά και είδε ότι στα υπερήφανα τείχη, είχαν απομείνει ελάχιστοι υπερασπιστές. Οι περισσότεροι εξουθενωμένοι κοιμόντουσαν με τις πανοπλίες τους και τα σπαθιά στο χέρι. Κάποιοι είχαν αφήσει τα αρκεβούζια τους επάνω στις πολεμίστρες και απλά περίμεναν. Όλοι ήξεραν ότι η μέρα που ξημέρωνε θα ήταν η πιο δύσκολη και η καθοριστικότερη από όλες τις ημέρες της πολιορκίας. Από τις 7 Απριλίου πολεμούσαν αδιάκοπα έναν δυνατότερο και πολυάριθμο εχθρό. Και όμως άντεχαν. Κάθε ημέρα στις επάλξεις θέριζαν όποιον τολμούσε να πλησιάσει. Η τεράστια τάφρος από κάτω είχε γεμίσει και αυτή πτώματα. Κι όμως εκείνοι δεν τα παρατούσαν και με περισσότερη λύσσα κάθε φορά επιχειρούσαν εξ εφόδου να καταλάβουν τα τείχη.

Ξημέρωνε η 29η Μαΐου, του Σωτήριου έτους 1453 Σε λίγη ώρα στα τείχη θα εμφανιζόταν να πάρει τη θέση του στις πολεμίστρες ανάμεσα στους συμπολεμιστές του, σαν απλός στρατιώτης ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Ο τελευταίος αυτοκράτορας της χιλιόχρονης Πόλης…
Ο Γενουάτης Ιωάννης Ιουστινιάνης συνέχιζε να κοιτά προς το στρατόπεδο του Αμιρά. Δεν ήταν λίγες οι φορές που άνθρωποι του σουλτάνου, εκείνου του νεαρού με τη γαμψή μύτη και τα σχιστά παμπόνηρα μάτια, τον είχαν πλησιάσει και του είχαν προτείνει να παρατήσει τον Αυτοκράτορα και να πάει με το μέρος τους. Θα τον έπνιγαν στα χρυσάφια. Και εκείνον και τους 800 συντρόφους του που τον ακολουθούσαν πιστά χρόνια τώρα. Ο μικρός στρατός μισθοφόρων που είχε δημιουργήσει ήταν ο καλύτερος στην Ευρώπη για την υπεράσπιση κάστρων. Ο 21 ετών Μεχμέτ του είχε διαμηνύσει σε τόνο που δεν σήκωνε αμφισβήτηση: “Έλα μαζί μου και θα έχεις ότι ζητήσεις. Πράγματα που ούτε έχεις φανταστεί. Μείνε με τον Αυτοκράτορα και σε περιμένει ο θάνατος”
Έφθασε στην Πόλη στα μέσα του χειμώνα στις 26 του Γενάρη. Τα δυο πλοία του με τους 800 σιδερόφραχτους ατρόμητους πολεμιστές του, έδεσαν στο λιμάνι του Βουκολέωντα. Όταν κατέβηκαν και παρατάχθηκαν μπροστά στον προβλήτα περιμένοντας τον Αυτοκράτορα, ο κόσμος τους αγκάλιαζε και έκλαιγε από χαρά. Στα πρόσωπα τους έβλεπε τη σωτηρία τους. Ο αυτοκράτορας τον εμπιστεύτηκε και τον έχρισε αμέσως Πρωτοστράτορα. Είχε υπό τη διοίκηση του ολόκληρη την άμυνα της Πόλης. Ο Κωνσταντίνος του έδειξε απεριόριστη εμπιστοσύνη και ο Ιωάννης Ιουστινιάννης δεν επρόκειτο να τον προδώσει.
Στην Ευρώπη όλη, οι βασιλιάδες και οι ευγενείς τον ήξεραν με το όνομα του Giovanni Guistiniani Longo. Οι Βυζαντινοί τον φώναζαν Καπετάν-Γιουστουνιά, οι εχθροί του, που τον έτρεμαν τον φώναζαν “Μαύρο Άγγελο”. Η σκουρόχρωμη γκρίζα βαριά μεταλλική του πανοπλία, ο μαύρος μανδύας του και το επιβλητικό του παρουσιαστικό, ειδικά όταν “έριχνε” την περικεφαλαία του να καλύψει το πρόσωπο του, τον έκαναν να δείχνει σαν Άγγελος θανάτου…

Αμέσως έπιασε δουλειά. Χώρισε και αναδιάταξε τον στρατό. Τους εκπαίδευσε όσο μπορούσε καλύτερα, στα σύγχρονα όπλα, και ζήτησε να επιδιορθωθούν τα τείχη. Απαίτησε από τον αυτοκράτορα να πάρει δια της βίας όσους από τους νέους της Κωνσταντινούπολης είχαν κλειστεί σε μοναστήρια, για να μην πολεμήσουν και δυστυχώς ήταν πολλοί. Έδωσε στον κάθε στρατιώτη ρόλο. Όρισε το σημείο των τειχών που θα υπερασπιζόταν ο κάθε ευγενής Και τοποθέτησε τους δικούς του 800 ιππότες στα πιο καίρια και επικίνδυνα σημεία.
Κάθε βράδυ δειπνούσε με τον αυτοκράτορα και κατέστρωναν σχέδια για να μην αφήσουν τα Θεοδοσιανά τείχη να τα πατήσει ο εχθρός. Κάθε βράδυ ζούσαν σαν να ήταν το τελευταίο. Οι υπερασπιστές ήταν αυτό που λέμε “μετρημένα κουκιά”: 5.000 Βυζαντινοί και 2.500 Γενουάτες, Ενετοί, Ισπανοί ακόμη και Τούρκοι. Σύνολο με τις εφεδρείες το πολύ 9.000 ψυχές. Και οι απέναντι; Αναρίθμητοι. Ξεπερνούσαν τις 150.000. Οι περισσότεροι Τούρκοι, αλλά και πολλοί Βούλγαροι, Σέρβοι, Ούγγροι, Βόσνιοι, Αγαρηνοί, Αμπχάζιοι, ακόμη και …Έλληνες.
Τον Ιουστινιάνη όμως όπως και τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο δεν τους απασχολούσε η μεγάλη μάζα του στρατού του Μεχμέτ. Ούτε οι Βασιβουζούκοι, ούτε οι Σπάχηδες μπορούσαν να συγκριθούν με τους Βυζαντινούς και τους Λατίνους. Τον Αυτοκράτορα και τον Πρωτοστράτορα τους έκαιγαν τα 20.000 εξισλαμισμένα χριστιανόπουλα που είχε σαν προσωπική φρουρά ο Μεχμέτ. Τους ονόμαζαν Γενίτσαρους. Αυτούς έπρεπε να εξολοθρεύσει ο Βυζαντινός στρατός…
Το τελευταίο βράδυ μετά τη λειτουργία στην Αγία Σοφία και πριν πάρει το δρόμο του προς τα τείχη, ο Ιουστινιάνης συναντήθηκε στο “Αυγουσταίον”, με τον Αυτοκράτορα. Περπάτησαν μαζί τη Μέση Οδόν και στα αριστερά τους είχαν τον Ιππόδρομο. Η φρουρά του Κωνσταντίνου είχε μείνει διακριτικά λίγο πιο πίσω, μαζί με τη φρουρά του Μαύρου Άγγελου. Δίπλα στον Αυτοκράτορα βρισκόταν ο άνθρωπος που ο Ιουστινιάννης μισούσε περισσότερο από οποιονδήποτε. Ο Μέγας Δούξ, ο Λουκάς Νοταράς. Ο άνθρωπος που προτιμούσε το “Τούρκικο Σαρίκι από την Λατινική καλύπτρα”. Ο Ιουστινιάννης ζήτησε από τον Αυτοκράτορα το πρωί όταν θα ξεκινούσε η μάχη να τον κλειδώσει αυτόν και τους άλλους στρατιώτες, στην Πύλη που υπερασπιζόταν για να μην μπορέσει κανείς να φύγει: “Ή θα νικήσουμε ή θα πεθάνουμε όλοι μας επάνω στην Πέμπτη (Πύλη) και στον Άγιο Ρωμανό” του είπε και κάρφωσε δολοφονικά τα μάτια του στον Μέγα Δούκα.
Ο κόσμος που συνέχιζε να βγαίνει εκείνη την ώρα από την Αγία Σοφία είδε τον Αυτοκράτορα του, Κωνσταντίνο Παλαιολόγο να δακρύζει και να αγκαλιάζει τον Πρωτοστράτορα του. Ο Λουκάς Νοταράς χαμογέλασε ειρωνικά…
Ο Μέγας Δούκας της Κωνσταντινούπολης ποτέ δεν συμπάθησε τον Γενουάτη Ιουστινιάνη. Ποτέ δεν του άρεσε οτιδήποτε προέρχονταν από τη Δύση και οτιδήποτε ήταν λατινικό. Προτιμούσε τους Οθωμανούς και τον νέο σουλτάνο Μεχμέτ. Εξάλλου ήταν μόλις 21 ετών και σε μια ενδεχόμενη κατάληψη της Πόλης από εκείνον θα μπορούσε εύκολα να τον χειραγωγήσει… Ήταν ο Μεγας Δούκας της Πόλης και εάν πέθαινε ο αυτοκράτορας εκείνος θα αναλάμβανε… Ο Λουκάς Νοταράς, όχι μόνο δεν συμπαθούσε τον Ιουστινιάνη αλλά τον φοβόταν κιόλας. Όχι τόσο λόγω παρουσιαστικού. Τον φοβόταν γιατί λίγες ημέρες πριν λίγο έλειψε να του κόψει το κεφάλι μπροστά στον Κωνσταντίνο. Εκείνο το απόγευμα που ο Αυτοκράτορας και ο Πρωτοστράτορας πολεμούσαν για ώρες στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού. Εκείνο το απόγευμα που οι Οθωμανοί λίγο έλειψε να μπούν στην θεοφύλακτη Πόλη. Τότε που ο Πρωτοστράτορας του έστειλε αγγελιοφόρο στα Θαλασσινά τείχη όπου βρισκόταν: “ Μεγάλε Δούκα χρειαζόμαστε επειγόντως τα κανόνια και τους πολεμιστές σου. Εκεί που τα κρατάς σήμερα δεν γίνεται μάχη. Πρέπει να έρθουν όλοι ΑΜΕΣΩΣ προς βοήθεια, στην Πύλη του Αγίου (Ρωμανού). Το ρήγμα στα τείχη είναι μεγάλο. Δεν θα αντέξουμε για πολύ. Τα σκυλιά θα μπουν μέσα”
Η απάντηση του Νοταρά ήταν λιτή. “Κανείς δεν θα πάει πουθενά. Τους χρειάζομαι εδώ”. Τελικά ο αυτοκράτορας και οι υπερασπιστές στα τείχη αν και πολεμούσαν από το πρωί κατάφεραν το απόγευμα να τσακίσουν όλους τους εχθρούς. Λίγοι πάτησαν τα τείχη και εκείνοι μακελεύτηκαν αμέσως. Το βράδυ στο παλάτι στις Βλαχέρνες ο Ιουστινιάνης μπήκε στη Μεγάλη αίθουσα βρώμικος και κατάκοπος από την πολύωρη μάχη. Με συννεφιασμένο βλέμμα έψαξε τον Νοταρά. Ήταν ο μοναδικός στην αίθουσα, ντυμένος με καθαρά ρούχα και “ατσαλάκωτος”. Στεκόταν δίπλα στον εξουθενωμένο Παλαιολόγο. Η μεταλλική μαύρη φορεσιά του Γενουάτη έτριξε καθώς εκείνος πλησίαζε με δυο δρασκελιές τον Νοταρά. Το σκοτεινό βλέμμα του, τρόμαξε μέχρι και τον αυτοκράτορα. Ο Ιουστινιάνης έβγαλε το τεράστιο σπαθί του από τη θήκη με ασύλληπτη ταχύτητα. Κανένα μάτι δεν κατάλαβε πως. Η παχιά και κοφτερή σαν ξυράφι λεπίδα πίεσε δυνατά και μάτωσε τον λαιμό του Νοταρά. Τα λόγια του Γενουάτη δεν σήκωναν αμφισβήτηση. Του ψιθύρισε: “Έδω μπροστά στον βασιλιά σου θα σου πάρω το κεφάλι. (traditor et che me tien che adesso non te scanna cum questo pugnal . “Ω προδότη, δεν ξέρω τι με κρατεί και δεν σε σφάζω μ’ αυτό το μαχαίρι”).Σκυλί γιατί δεν έστειλες βοήθεια που σου ζήτησα. Αφού στα Θαλασσινά δεν πολεμούσες. Όχι για μένα αλλά για τον Αυτοκράτορα σου, Λουκά Νοταρά.”

Το πρόσωπο του Ιουστινιάνη έγινε κατακόκκινο από το θυμό καθώς ξαναθυμήθηκε τι είχε συμβεί λίγες ώρες πριν στον Άγιο Ρωμανό. Λίγο έλειψε να πεθάνει το απόγευμα της 7ης Μαΐου πάνω στα τείχη. Εκείνη την ημέρα που οι Τούρκοι έκαναν την μεγαλύτερη επίθεση τους. Τουλάχιστον 40.000 Οθωμανοί όρμηξαν λυσσασμένα προς τα τείχη για να τα καταλάβουν…Πολεμούσε πλάι στον αυτοκράτορα από το πρωί.

Κάποια στιγμή τον άφησε και με 20 δικούς του έτρεξε λίγα μέτρα βορειότερα. Οι Οθωμανοί είχαν στήσει σκάλες και ανέβαιναν. Οι άλλοι υπερασπιστές ήταν νεκροί σε εκείνο το σημείο. Έπεσε πάνω τους όπως ο θεριστής στα στάχυα. Τους μεκέλευε έναν προς έναν μαζί με τους 20 συντρόφους του. Όταν ξαφνικά ένας γενίτσαρος ανέβηκε τις σκάλες και εμφανίστηκε στα τείχη. Ο Αμουράτ μόνος άνοιξε δρόμο ανάμεσα στους σιδερόφραχτους και βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Πρωτοστράτωρα. Ο Ιουστινιάνης ήταν ψήλος επιβλητικός με χέρια σαν κορμούς δέντρου και σβέρκο σαν δαμάλι. Όμως έδειχνε σαν παιδάκι μπροστά στον Αμουρατ. Ο τεράστιος Γενίτσαρος με το κυρτό σπαθί του επιτέθηκε με μανία στον Ιουστινιάνη. Κάθε χτύπημα τον έκανε να υποχωρεί. Δεν μπορούσε να αντέξει για πολύ την επίθεση του. Το σπαθί έπεφτε με δύναμη πάνω στην πανοπλία. Ο Γενουάτης δεν άντεξε, δεν πρόλαβε να ανταποδώσει καν ένα χτύπημα. Παραπάτησε και έπεσε. Ο Τούρκος χαμογέλασε με κακία και σήκωσε το σπαθί του. Ο Ιουστινιάνης βλαστήμησε και έκλεισε τα μάτια…
Ο θάνατος όμως δεν ήρθε. Περίμενε με κλειστά τα μάτια και κομμένη την ανάσα τον Τούρκο να του κόψει το κεφάλι αλλά παρέμενε ζωντανός. Άνοιξε τα μάτια και το πρώτο που αντίκρισε ήταν το πρόσωπο του γενιτσάρου πεσμένο δίπλα του με τα μάτια του ορθάνοιχτα γεμάτα έκπληξη να τον κοιτούν. Γύρισε και είδε το τεράστιο κορμί του Τούρκου να έχει πέσει στα γόνατα. Από τον λαιμό του ξεπηδούσαν πίδακες αίματος. Δίπλα όρθιος στεκόταν με ματωμένο το σπαθί του ένας νέος και χαμογελούσε. Ήταν δεν ήταν 17 χρονών. Αν και όρθιος δεν ξεπερνούσε στο ύψος το άψυχο ακέφαλο γονατιστό κορμί του Αμουράτ.
Ένα ατρόμητο Ελληνόπουλο είχε δει από την αρχή τον γενίτσαρο να επιτίθεται στον Πρωτοστράτορα. Παράτησε το πόστο του και με φτερά στα πόδια έφτασε την κατάλληλη στιγμή. “Με λένε Ραγκαβή, Πρωτοστράτορα μου…” πρόλαβε να πει πριν η πανοπλία του τρυπηθεί σε πολλά σημεία από βροχή από βέλη. Κάτω από τα τείχη οι Οθωμανοί τοξότες είχαν δει τι είχε συμβεί και εκδικήθηκαν. Ο Ιουστινιάνης σηκώθηκε ουρλιάζοντας και με το γυμνό σπαθί του πέταξε μόνος του όσους γενίτσαρους είχαν απομείνει στα τείχη. Τα μάτια του είχαν γεμίσει δάκρυα για τον θάνατο του μικρού Έλληνα που του έσωσε τη ζωή.
Ένα χέρι τον άγγιξε και τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Βρισκόταν και πάλι μπροστά στον Νοταρά. Το χέρι που έπιανε απαλά το σπαθί του, ήταν του αυτοκράτορα: “Σας παρακαλώ αδέλφια. Ας αφήσουμε κατά μέρους τις διαφορές που μας χωρίζουν”. Για άλλη μια φορά προσπάθησε να τους έχει όλου ενωμένους ενάντια στον κοινό εχθρό, αν και ήξερε πολύ καλά ποιος ήταν ο ρόλος του καθένα…
Σκηνή σουλτάνου Μεχμέτ. Βράδυ Δευτέρας 28 Μαΐου

Ο Μεχμέτ ο Β, δεν άκουγε τους συμβούλους του που μιλούσαν γύρω του. Είχε καθίσει αναπαυτικά επάνω στο παχύ χαλί της σκηνής του, στη μεγάλη και κεντημένη με χρυσές κλωστές μαξιλάρα και είχε αφήσει το νου του να ταξιδέψει. Ήταν ο τρίτος γιος του Σουλτάνου Μουράτ και η τύχη το έφερε έτσι να γίνει εκείνος Σουλτάνος μετά τον θάνατο του πατέρα του. Η αλήθεια είναι ότι ο Μουράτ τον τελευταίο καιρό πριν πάει να συναντήσει τον Αλλάχ, είχε γίνει εξαιρετικά μαλθακός. Είχε συνάψει συμφωνίες φιλίας με του Βυζαντινούς και είχε αποσυρθεί στην Αδριανούπολη, όπου και είχε επιδοθεί σε ένα ανελέητο “αγώνα” απολαύσεων και φιλοσοφίας. Βέβαια πριν από αυτό είχε κατατροπώσει τους πάντες στα Βαλκάνια και είχε εκτοπίσει τους Βυζαντινούς σε 2 θύλακες. Στον Μυστρά ή Μυζηθρά και στην Κωνσταντινούπολη. Την Πόλη που για 1000 χρόνια δεν είχε καταλάβει κανείς σε 27 πολιορκίες.

Ο Μεχμέτ συνέχιζε να αναπολεί. Ήθελε να γίνει ο νέος Ισκεντέρ. Ο Μέγας Αλέξανδρος που θαύμαζε από μικρός. Αυτός στα 21 του χρόνια θα κατάφερνε, ότι μόνο ο Αλέξανδρος είχε καταφέρει. Θα γινόταν ο κυρίαρχος του κόσμου. Ήταν ήρεμος. Μόλις τον είχαν πληροφορήσει ότι οι “Μουγκοί” που έστειλε ο ίδιος στον μικρότερο ετεροθαλή αδελφό του είχαν κάνει τη δουλειά τους. Με μεταξωτά κορδόνια τον έπνιξαν. Και δεν χύθηκε το τιμημένο αίμα του οίκου του Οσμάν και εκείνος τώρα δεν θα είχε κανένα που εν δυνάμει θα μπορούσε να αμφισβητήσει τα δικαιώματα του στον θρόνο.
Το μόνο που έπρεπε τώρα, ήταν να καταλάβει την “Κωσταντιγιέ” όπως έλεγαν τη βασιλεύουσα μέχρι τότε οι Οθωμανοί. Εάν αποτύγχανε ήξερε καλά ότι οι “Μουγκοί” θα τον επισκέπτονταν και εκείνον κάποιο βράδυ σταλμένοι από κάποιον Βεζίρη του. Έδιωξε γρήγορα τη σκέψη αυτή: “όταν μπω στην Πόλη νικητής θα της αλλάξω και ονομασία. Θα την ονομάσω Ιστανμπούλ, ή Ισλαμπόλ δεν ξέρω, θα αποφασίσω μετά” σκέφτηκε.
Στο συμβούλιο τον λόγο είχε πάρει ο Μεγάλος Βεζίρης και πιστός σύντροφος του πατέρα του, Μουράτ, ο ηλικιωμένος Χαλίλ Τσανταρλί Πασάς. Τον άκουγε να λέει ότι η Πόλη δεν πέφτει και ότι όσο είναι καιρός να μαζέψουμε τις σκηνές μας και να επιστρέψουμε στο Ετιρνέ ( Αδριανούπολη).
Ο Μεχμέτ έσφιξε τα χείλη του και σκέφτηκε: “Χαλίλ Πασά όταν πέσει η Πόλη ετοιμάσου να αποχωριστεί το κεφάλι από το σώμα σου. Νομίζεις γέρο ότι δεν ξέρω πως ο Παλαιολόγος σε δωροδοκεί για να σπείρεις διχόνοια στον στρατό μου και να με καταφέρεις να φύγω”
Ο Μεχμέτ σηκώθηκε χτύπησε μια φορά παλαμάκια και όλοι σιώπησαν και κατέβασαν τα κεφάλια στο πάτωμα. Ίσιωσε την χρυσοπράσινη κελεμπία του και με ήρεμη φωνή είπε: “ Μοιράστε διπλές μερίδες φαγητού στο στράτευμα. Στείλτε δερβίσηδες σε κάθε γωνιά του στρατοπέδου να τους πουν ότι αύριο το βράδυ θα κοιμηθούν σε απαλά στρώματα μέσα στην Πόλη. Θέλω οι δερβίσηδες να τους κάνουν να κλάψουν. Να τους πουν ότι όποιος πεθάνει θα πάει στον παράδεισο. Όλο το βράδυ θα χτυπάνε τα τύμπανα. Ανάψτε και φωτιές παντού. Ο πρώτος που θα πατήσει τα τείχη και θα ανεβάσει τη σημαία μου στις επάλξεις θα πάρει το βάρος του σε χρυσάφι. Οι υπόλοιποι έχουν 3 μέρες δικές τους να κάνουν ότι θέλουν μέσα στην Πόλη. Να πάρουν σκλάβες να πάρουν σπίτια να πάρουν χρυσάφια. Τους ανήκουν όλα. Σε εμένα ανήκουν τα δημόσια κτίρια και η ίδια η Πόλη. Τώρα πλησιάστε όλοι να σας πω το σχέδιο επίθεσης που σκέφτηκα…”
Λίγη ώρα αργότερα ο Μεχμέτ αποφάσισε να μιλήσει ο ίδιος στους στρατιώτες του. Ζήτησε να συγκεντρωθούν. Μια τεράστια ανθρώπινη θάλασσα γέμισε τον χώρο. Ο Σουλτάνος με σταθερή φωνή, άρχισε να λέει: «Αγαπημένα μου παιδιά, εύχομαι και σας παρακαλώ, στο όνομα του Θεού, του προφήτη του Μωάμεθ και στο δικό μου, το δούλου τους να κάνετε αύριο ένα έργο που θα μείνει στην αιωνιότητα, όπως έκαναν μέχρι τώρα παντού οι πρόγονοί μας. Να ανεβείτε με τις σκάλες στα τείχη σαν πουλιά με όλη τη γενναιότητα, το θάρρος και την προθυμία που διαθέτετε για να μη χάσουμε τη φήμη που κέρδισαν οι πρόγονοί μας με τη χάρη του Θεού. Αντίθετα, τώρα ήρθε η ώρα να την κάνουμε ακόμη μεγαλύτερη» Το αλλόκοτο και ανομοιογενές πλήθος παραληρούσε και ζητωκραύγαζε. Η ώρα της τελικής εφόδου πλησίαζε…

Μέγα Παλάτιον Βλαχέρνες. Βράδυ Δευτέρας.28 Μαΐου

Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ζήτησε από τον καλό και πιστό του φίλο Γεώργιο Φραντζή να δώσει εντολή να συγκεντρωθούν μπροστά του, στην «Αίθουσα του Θρόνου», όλοι οι άρχοντες, οι στρατηγοί και οι Πρωτοσπαθάριοι της Πόλης. Μέχρι να έρθουν ζήτησε να μην τον ενοχλήσει κανείς. Άφησε το κουρασμένο του κορμί να πέσει βαριά στην μεγάλη αναπαυτική πολυθρόνα. Έσκυψε και έφερε τα δυο του χέρια στο πρόσωπο του. Η Πόλη του, άντεχε 50 συνεχόμενες ημέρες. Ως πότε όμως. Τα μαλλιά του είχαν γκριζάρει από τότε που στέφθηκε Αυτοκράτορας. Ώρες ώρες ένιωθε εντελώς μόνος. Το βάρος που έφερε καθημερινά ήταν δυσβάσταχτο. Ένιωθε ότι μαχόταν σε έναν πόλεμο που από την αρχή του, το αποτέλεσμα είχε κριθεί. Κανείς δεν τον βοηθούσε. Τα θησαυροφυλάκια ήταν άδεια. Η Πόλη που κάποτε αριθμούσε περισσότερο από μισό εκατομμύριο ψυχές και ήταν το κέντρο του κόσμου, τώρα ήταν ένα μια νεκροζώντανη σκιά του εαυτού της. Τα πλοία, όσα είχαν απομείνει σάπιζαν στα νεώρια. Πολλά σπίτια ήταν πλέον άδεια…Φαντάσματα στα χαλάσματα. Κοράκια έκραζαν στον ουρανό. Οι άρχοντες δεν έδιναν χρήματα λες και όταν ο Σουλτάνος θα έμπαινε στην Βασιλεύουσα θα τους άφηνε να τα κρατήσουν. Αναγκάστηκε να εκποιήσει μέρος της εκκλησιαστικής περιουσίας. Τα τάματα του λαού του. Προσπάθησε να καλέσει τη Δύση για βοήθεια. Ακόμη την περίμενε…Κανένα πλοίο από τους Λατίνους δεν εμφανιζόταν στον ορίζοντα, παρά τις διαβεβαιώσεις.
Ευτυχώς που εμφανίσθηκε και ο Ιουστινιάνης. Βέβαια εάν η Πόλη άντεχε, ο Γενουάτης θα έπαιρνε σαν πληρωμή ολόκληρη τη νήσο Λήμνο.

Πόσο θα ήθελε να είχε χρήματα στο κρατικό θησαυροφυλάκιο. Θα μπορούσε να πληρώσει εκείνον τον τεχνίτη κανονιών τον Ουρβάνο. Η μεγάλη Μπομπάρδα θα ήταν μέσα από τα τείχη και όχι απέξω. Δεν είχε… Ο Ουρβάνος πήγε στον Σουλτάνο και η Μπομπάρδα έκανε τη γη να τρέμει σε κάθε κανονιοβολισμό. Έμαθε μάλιστα ότι στην Αδριανούπολη μια γυναίκα έχασε το παιδί που είχε στην κοιλιά της από τον φόβο της. Τόσο μακριά ακουγόταν ο ήχος του ορειχάλκινου τέρατος. Η μπομπάρδα διέλυε αργά αλλά σταθερά τα τείχη.
Χαμογέλασε ειρωνικά όταν στην αρχή οι κανονιέρηδες έριχναν στα τείχη και δεν τους προκαλούσαν την παραμικρή φθορά, Μέχρι εκείνο το πρωινό που εμφανίστηκαν οι Ούγγροι τεχνίτες που του έστειλε ο σύμμαχος του, ο Ιωάννης Ουνιάδης για να τον βοηθήσουν στην άμυνα της Βασιλέυουσας. Αντί να έρθουν μέσα στην Πόλη όπως έπρεπε, εκείνοι έτρεξαν στον Σουλτάνο. Του είπαν και έδειξαν στο στρατό του, τον τρόπο να ρίξουν τα τείχη. Ο Σουλτάνος τους πλήρωσε αδρά. Το δικό του θησαυροφυλάκιο ήταν γεμάτο. Οι τεχνίτες τους είπαν να ρίχνουν την πρώτη βολή σε ένα σημείο. Η δεύτερη θα έπρεπε να πέσει στην ίδια ευθεία με την πρώτη αλλά λίγα μέτρα πιο δίπλα. Η τρίτη κανονιά θα έπεφτε στη μέση και λίγο χαμηλότερα. Σαν ανάποδο τρίγωνο. Τα τείχη έπεφταν και διαλύονταν πια σαν να ήταν από άμμο. Ευτυχώς που ο λαός του, δεν έκανε πίσω και τα βράδια, τα επιδιόρθωνε. Τα γέμιζε με πέτρες με άμμο ακόμη και με ρούχα και μάλλινα υφάσματα για να απορροφούν τους κραδασμούς…

Ο λαός του τον λάτρευε το ένιωθε, ήταν όμως διχασμένος. Άλλοι τον υποστήριζαν και άλλοι τον κατηγορούσαν για «ενωτικό», τον κατηγορούσαν ότι πούλησε την ορθόδοξη πίστη στον Πάπα. Κάποιες στιγμές αναρωτιόταν και για τον ρόλο του μοναχού Γεννάδιου Σχολάριου που είχε κλειστεί στη Μονή του Παντοκράτωρα και κατακεραύνωνε με πύρινους λόγους, εκείνον, τον ίδιο τον Αυτοκράτορα, τη Δύση και οποιαδήποτε προσπάθεια άμυνας στον Μεχμέτ. « Η Πόλη είναι αμαρτωλή και θα πληρώσει για αυτό. Μετανοείτε τίποτε δεν θα μας σώσει από την οργή του Κυρίου» έλεγε και ο κόσμος συγκεντρωνόταν έξω από τη Μονή και τον πίστευε… Αναρωτήθηκε τι θα γινόταν ο Σχολάριος εάν ο Μεχμέτ έπαιρνε τη Βασιλεύουσα…
Για λίγο σκέφτηκε την πρώτη του σύζυγο τη Θεοδώρα, ανιψιά του Δεσπότη της Ηπείρου. Την έχασε το 1430. Ο θάνατος της, τον τσάκισε. Δώδεκα χρόνια μετά αποφάσισε να δέσει τη ζωή του με μια άλλη γυναίκα, την Κατερίνα Κατιλούζιο από τη Λέσβο. Η μοίρα του έπαιζε περίεργα παιχνίδια. Η Κατερίνα πέθανε και εκείνη. Παιδιά, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος δεν επρόκειτο ποτέ να αποκτήσει. Βούρκωσε. Ο πιστός του φίλος Φραντζής, διέκοψε τις μαύρες σκέψεις του. «Είναι όλοι εδώ. Σας περιμένουν » του είπε.

Ο Κωνσταντίνος σηκώθηκε από την καρέκλα του και έδωσε εντολή να περάσουν Όταν η «αίθουσα του Θρόνου» γέμισε ασφυκτικά άρχισε να τους μιλάει:
«Ευγενέστατοι άρχοντες, εκλαμπρότατοι δήμαρχοι και στρατηγοί, γενναιότατοι στρατιώτες, τιμημένοι και πιστοί πολίτες, ξέρετε όλοι πολύ καλά ότι έφτασε η ώρα που ο εχθρός της πίστης μας αποφάσισε να μας πιέσει ακόμα περισσότερο με όλα τα πολεμικά μέσα και τεχνάσματα που διαθέτει. Θέλει να αρχίσει γενική επίθεση και πόλεμο από την ξηρά κι από τη θάλασσα, έτοιμος να μας δαγκώσει σαν φαρμακερό φίδι και να μας καταβροχθίσει σαν ανήμερο λιοντάρι. Γι’ αυτό το λόγο σας παρακαλώ να φερθείτε με γενναιότητα και θάρρος, όπως κάνατε μέχρι τώρα, απέναντι στους εχθρούς της πίστης μας. Αφήνω στα χέρια σας την τύχη της δοξασμένης και λαμπρής πατρίδας μας, της μεγαλοπρεπέστατης και ευγενούς βασιλεύουσας όλων των πόλεων. Οι εχθροί μας διαθέτουν όπλα, ιππικό, δύναμη και πλήθος, αλλά εμείς έχουμε εμπιστοσύνη στο όνομα του Κυρίου και Σωτήρα μας, στα χέρια μας και στη γενναιότητα που μας χάρισε ο Θεός. Ξέρω ότι η τεράστια αγέλη των απίστων θα επιτεθεί εναντίον μας, όπως συνηθίζει, με βάναυση ορμή, αλαζονεία και θράσος επειδή είμαστε λίγοι, ώστε να μας τρομάξουν, να μας κουράσουν και να μας κάνουν να χάσουμε το ηθικό μας με τις φωνές και τους αλαλαγμούς τους. Εσείς όμως γνωρίζετε καλά πόσο ανόητα είναι αυτά και δε χρειάζεται να σας τα θυμίσω. Σε λίγο θα επιτεθούν και θα ρίξουν εναντίον μας πέτρες και βέλη αμέτρητα σαν την άμμο της θάλασσας, αλλά ελπίζω ότι δεν θα πετύχουν τίποτα.»
Η φωνή του Αυτοκράτορα έσπασε αλλά εκείνος συνέχισε:
«Σας βλέπω και χαίρομαι επειδή, αν και λίγοι, όλοι σας είστε έμπειροι, γενναίοι, αποφασιστικοί, δυνατοί και καλά προετοιμασμένοι. Να καλύψετε καλά το κεφάλι σας με τις ασπίδες τη στιγμή της συμπλοκής και να χρησιμοποιείτε με επιτυχία το δεξί σας χέρι με το σπαθί. Οι περικεφαλαίες, οι θώρακες, οι πανοπλίες και ο υπόλοιπος οπλισμός σας είναι σε θέση να σας βοηθήσουν αποτελεσματικά σ’ όλη τη διάρκεια της μάχης, επειδή οι εχθροί δεν διαθέτουν ανάλογο εξοπλισμό.
Θεοδοσιανά τείχη. Μέγα τείχος. Ξημερώματα Τρίτης 29 Μαΐου

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα η πεδιάδα του Λύκου ποταμού, γέμιζε αργά από ένα ανθρώπινο ποτάμι. Δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες ο ένας δίπλα στον άλλο συγκεντρώνονταν και ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση. Στην πρώτη γραμμή οι “άτακτοι”, οι βασιβουζούκοι, το ανομοιογενές ασκέρι που ακολούθησε τον Σουλτάνο στην εκστρατεία του για το πλιάτσικο. Ψηλά από τα τείχη οι υπερασπιστές χαμογέλασαν. Δεν τους φόβισε ο τεράστιος όγκος του πρώτου κύματος των επιτιθεμένων. Ίσα ίσα τους εξυπηρετούσε τόσο κοντά που ήταν ο ένας με τον άλλον. Δεν θα χρειαζόταν καν να σημαδεύουν. Το σχέδιο του Μεχμέτ ήταν απλό σε σύλληψη. Θα εξουθένωνε τους υπερασπιστές μέχρι τελικής πτώσεως. Ήταν λίγοι και ο στρατός του, υπερδεκαπλάσιος. Είχε κόσμο να θυσιάσει ενώ εκείνοι όχι. Μπορούσε να στέλνει στρατεύματα κατά κύματα μέχρι το σπαθί στα χέρια των υπερασπιστών πάνω στα τείχη να γίνει ασήκωτο από τις συνεχόμενες μάχες.

Μόλις δόθηκε το σύνθημα της επίθεσης, η φύση τρόμαξε! Χιλιάδες κραυγές, αλαλαγμοί, φωνές, και επικλήσεις στον Αλλάχ, έσκισαν τον σκοτεινό ουρανό της κωνσταντινούπολης. Τα κανόνια από το στρατόπεδο του Τούρκου αυθέντη, ξερνούσαν φωτιά προς τα τείχη. Μεταλλικά σκεύη και τύμπανα χτυπούσαν σε ένα δαιμονισμένο ρυθμό που πάγωνε το αίμα. Τα πράσινα μπαιράκια του Μεχμέτ και των Οθωμανών κυμάτιζαν ξέφρενα μέσα στο σκοτάδι.
Ο Πρωτοστράτορας από τα τείχη μονολόγησε: “ελάτε…” και χαμογέλασε. Ένα χαμόγελο τρομακτικό. Στη συνέχεια ούρλιαξε: “Στα όπλα. Έρχονται τα σκυλιά. Φωνάξτε τον Αυτοκράτορα, χτυπήστε τις καμπάνες.”
Σε λίγα λεπτά ο Αυτοκράτορας της Νέας Ρώμης, ο αφέντης της Κωνσταντινούπολης έπαιρνε τη θέση του στα τείχη ανάμεσα στους υπερασπιστές, σαν απλός στρατιώτης. Ο Ιουστινιάνης γύρισε το κεφάλι του και τον είδε να δένει τον μεταλλικό του θώρακα. Βρισκόταν ακριβώς πίσω του στην πύλη του Αγίου Ρωμανού. Σε ένα τείχος ψηλότερα από όλους. Ούρλιαξε με την βαριά φωνή του για να ακουστεί μέσα στον χαλασμό που έκαναν τώρα και όλες οι καμπάνες από κάθε εκκλησιά της Πόλης: “Κλείδωσε μας. Κλείδωσε μας” Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος του έγνεψε καταφατικά και με μια κίνηση των χεριών του, έδειξε στον Ιουστινιάνη ότι τον ευχαριστεί.
Οι βαριές πόρτες εξόδου, στα νώτα των υπερασπιστών προς την πόλη έκλεισαν και κλειδώθηκαν. Τώρα όποιος ήταν στα τείχη ή θα νικούσε ή θα πέθαινε. Πάνω στην Πέμπτη ο Ιουστινιάνης έδινε τις τελευταίες οδηγίες. Οι καμπάνες συνέχιζαν να χτυπούν άγρια, τα τύμπανα να κάνουν τη γη να τρέμει και οι βασιβουζούκοι να ουρλιάζουν και να εφορμούν προς τα τείχη. Από ψηλά φαινόντουσαν να είναι άπειροι δεκάδες χιλιάδες.

Τώρα” ούρλιαξε ο Πρωτοστράτορας και μια πυκνή βροχή από βέλη, από μεταλλικές μπίλιες και από μικρές γρανιτένιες πέτρες από τα μικρά πυροβόλα των υπερασπιστών, θέρισαν τις πρώτες σειρές των επιτιθεμένων. Σαν να προσέκρουσαν σε κάποιον αόρατο τοίχο οι βασιβουζούκοι σταμάτησαν και σωριάζονταν νεκροί. Από ψηλά οι τοξότες άδειαζαν τις φαρέτρες τους σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Δεν σημάδευαν αλλά κανένα βέλος δεν πήγαινε χαμένο. Τόσο πυκνές ήταν οι γραμμές των Οθωμανών ατάκτων. Τα τηλεβόλα και τα αρκεβούζια των βυζαντινών και των Λατίνων είχαν πάρει φωτιά.
Ο αθυρόστομος Ιουστινιάνης έτρεχε πάνω κάτω και εμψύχωνε τους συμπολεμιστές του: “Για την τιμή της Χριστιανοσύνης… θερίστε τους…κάντε τους να ξεχάσουν τις μάνες τους…”, ήταν οι ηπιότερες εκφράσεις που χρησιμοποιούσε. Οι 800 σιδερόφρακτοι σύντροφοι του, με μια κίνηση έβγαλαν τα σπαθιά τους και περίμεναν. Μαζί τους και οι Βυζαντινοί.
Οι Βασιβουζούκοι ήταν ένα ασκέρι ατάκτων από κάθε μεριά του κόσμου. Όταν κατάλαβαν ότι με τις φωνές και τις κραυγές η πόλη δεν πέφτει, δείλιασαν. Οι βυζαντινοί τους μακέλευαν και δεν είχαν προλάβει καν να πλησιάσουν τα τείχη. Έκαναν να υποχωρήσουν. Ο τεράστιος όγκος των χιλιάδων αυτών ερασιτεχνών πολεμιστών ξαφνικά άλλαξε μέτωπο και υποχωρούσε. Γυρνούσε πίσω. Ο Μεχμέτ που παρακολουθούσε τη μάχη περίμενε την εξέλιξη αυτή. Κούνησε κοφτά το κεφάλι του και έδωσε ένα σύνθημα. Αμέσως στα νώτα των υποχωρούντων βασιβουζούκων ανέλαβαν δράση οι τρομεροί Τσαούσηδες. Αξιωματικοί του Οθωμανικού στρατού. Επαγγελματίες στρατιώτες έπαιξαν το ρόλο του στρατονόμου. Με τα τεράστια γιαταγάνια τους αλλά και με βαριά μεταλλικά ρόπαλα τιμωρούσαν, σκότωναν, ή άφηναν ανάπηρο όποιον υποχωρούσε. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Οι βασιβουζούκοι αφού είδαν εκατοντάδες συντρόφους τους να πέφτουν από σπαθί συμπολεμιστή τους επειδή υποχωρούσαν, άλλαξαν πάλι μέτωπο και ξεχύθηκαν προς τα τείχη. Τουλάχιστον αν πέθαιναν πάνω στη μάχη από το σπαθί των γκιαβούρηδων, θα πήγαιναν στον παράδεισο.
Η τεράστια τάφρος που βρισκόταν μπροστά από το “Μικρόν τείχος” είχε βάθος 10 μέτρα και πλάτος 21. Έπρεπε να την περάσουν να τρέξουν 17 μέτρα ακάλυπτοι και να φτάσουν στο Μικρόν τείχος. Τότε όλα θα ήταν πιο εύκολα αφού η πρώτη αμυντική γραμμή των Βυζαντινών είχε ισοπεδωθεί από τους βομβαρδισμούς των προηγούμενων ημερών. Το Μικρόν τείχος ήταν πλέον ένας ξύλινος φράχτης και όχι το πέτρινο τείχος, πάχους 2,5 μέτρων και ύψους 8,5 που ήταν πριν.
Σε λιγότερο από μισή ώρα η βασιβουζούκοι δεν χρειαζόταν να διασχίσουν την τάφρο με πρόχειρες γέφυρες ή άλλα μέσα. Τώρα απλά πατούσαν στα πτώματα των συντρόφων τους και περνούσαν απέναντι. Η τεράστια τάφρος είχε γεμίσει με νεκρούς άτακτους…
Στο Μικρό” φώναξε ο Ιουστινιάνης και οι κατάφραχτοι ιππότες του άφησαν το Μέγα τείχος και κατέβηκαν στον ξύλινο φράχτη. Όσοι Βασιβουζούκοι δεν εξολοθρεύονταν πάνω από τα τείχη με τα τόξα και τα αρκεβούζια, και διέσχιζαν τη τάφρο, έπεφταν επάνω στους συντρόφους του Πρωτοστράτωρα. Τα όπλα τους ήταν αδύνατον να τρυπήσουν τις πανοπλίες των ιπποτών. Ήταν μια εύκολη μάχη για τους βυζαντινούς. Χωρίς ασπίδες και μεταλλικούς θώρακες τα τεράστια σπαθιά των Λατίνων του καπετάν Γιουστουνιά, τους εξολόθρευαν τρεις – τρεις με κάθε χτύπημα. Μετά από 3 ώρες μάχης σώμα με σώμα οι Βασιβουζούκοι διατάχτηκαν να υποχωρήσουν. Οι υπερασπιστές ούρλιαζαν από χαρά και ενθουσιασμό. Οι πανοπλίες, τα πρόσωπα, τα μαλλιά τους ήταν κατακκόκινα από το αίμα των Τούρκων. Οι απώλειες τους ήταν ελάχιστες. Όμως τα χέρια τους βάραιναν επικίνδυνα.

Μοιράστε τους κρασί και να ξεκουραστούν” έδωσε εντολή ο Ιουστινιάνης αλλά η ματιά του πάγωσε καθώς κοίταξε προς το εχθρικό στρατόπεδο. Τη θέση των ατάκτων μετά από 3 ώρες μάχης έπαιρνε τώρα ο τακτικός στρατός των Οθωμανών. Αμέτρητες σειρές από Αλοφατζήδες (ουλουφατζήδες), από Καρίπηδες, από Δελήδες από Μποσταντζήδες και φυσικά από Σπάχηδες , εφορμούσαν προς τα τείχη. Ήταν ξεκούραστοι και ήθελαν να αποδείξουν ότι δίκαια άνηκαν στον τρομερό στρατό του Σουλτάνου. Από την άλλη οι υπερασπιστές άρχιζαν να καταβάλλονται από την κούραση. Και ο Σουλτάνος δεν τους άφησε ούτε λεπτό για να ξεκουραστούν.
Κουράγιο αδέρφια” Βροντοφώναξε ο Αυτοκράτορας από τα τείχη. “’Ότι έπαθαν οι προηγούμενοι θα πάθουν και αυτοί.”
Και πράγματι έτσι έγινε. Επί τρεις ώρες οι υπερασπιστές έκοβαν όπως ο ξυλοκόπος τα δέντρα, το νήμα της ζωής των χιλιάδων Οθωμανών στρατιωτών. Τρεις ώρες μάχης σώμα με σώμα που εάν υπολογίσουμε και τις προηγούμενες, συνολικά οι υπερασπιστές των τειχών πολεμούσαν 6 ώρες αδιάκοπτα. Έξη ώρες να σηκώνουν και να κατεβάζουν συνέχεια ένα βαρύ σπαθί και να μακελεύουν…

Η κούραση άρχισε να τους καταβάλει. Αυτή τη φορά όμως οι απώλειες ήταν μεγάλες. Ο τακτικός στρατός του Σουλτάνου δεν πολεμούσε με αυτοσχέδια σπαθιά, ρόπαλα και τσουγκράνες. Είχε όπλα και πανοπλίες σχεδόν εφάμιλλες με τους Βυζαντινούς και τους Λατίνους. Η άμυνα της Πόλης κρεμόταν σε μια κλωστή. Δεν ήταν λίγοι οι υπερασπιστές που βρήκαν τον θάνατο κατατρυπημένοι από τους εχθρούς, απλά και μόνο επειδή δεν μπορούσαν να σηκώσουν άλλο το σπαθί τους από την κούραση. Τα αυτιά όλων κόντευαν να σπάσουν. Τα τύμπανα δεν είχαν σταματήσει λεπτό. Το ίδιο και οι καμπάνες. Οι κλαγγή των όπλων και οι εκρήξεις μαζί με τις κραυγές των πολεμιστών δημιουργούσαν ένα σκηνικό κολάσεως.
Γλυκοχάραζε και ο θεός φαινόταν ότι δεν είχε αποφασίσει σε ποιόν θα έδινε τη νίκη. Η πεδιάδα του Λύκου ήταν τώρα ένας λασπότοπος γεμάτος αίματα και χιλιάδες πτώματα. Κάπου κάπου κάποιος τραυματίας εκλιπαρούσε για λύτρωση. Κομμένα μέλη, κομμένα κεφάλια, ανθρώπινες ακαθαρσίες. Η μυρωδιά του θανάτου.
Ο Σουλτάνος άρχισε να νιώθει άβολα. Η αποτυχία του έκλεινε πονηρά το μάτι. Η Πόλη απέναντι του όχι μόνο άντεξε αλλά και διέλυσε μεγάλο μέρος του στρατού του. Έβλεπε ήδη με τη φαντασία του, τους “Μουγκούς” να τον πνίγουν κάποιο βράδυ στον ύπνο του, με μεταξωτό κορδόνι. Διέταξε και το δεύτερο κύμα να υποχωρήσει και έστρεψε το κατασκότεινο πρόσωπο του προς τον Αγά των Γενιτσάρων που στεκόταν πίσω και αριστερά του. Θα τα έπαιζε όλα για όλα. Ή θα κέρδιζαν οι γενίτσαροι του ή θα τον περίμενε ο θάνατος και η ατίμωση.

Είμαι ένας από εσάς” είπε στον Αγά. Εκείνος υποκλίθηκε βαθιά και έσπευσε να δώσει τις εντολές του. Οι Γενίτσαροι ήταν έτοιμοι να εφορμήσουν. Σαν σκυλιά που με αλυσίδα τα κρατά ο κύριος τους και τώρα τα άφησε κάλυπταν τρέχοντας την απόσταση μέχρι τα τείχη. Οι εκκλησίες πλέον δεν χτυπούσαν τις καμπάνες τους. Από το στρατόπεδο του Τούρκου αυθέντη δεν ακούγονταν τύμπανα. Επικρατούσε μια νεκρική σιγή που τσάκιζε τα νεύρα. Όλοι στα τείχη βαστούσαν την ανάσα τους. Οι Γενίτσαροι έτρεχαν σκυφτοί. Κοίταζαν μόνο μπροστά. Δεν φώναζαν, ούτε ούρλιαζαν όπως οι προηγούμενοι. Το θεωρούσαν υποτιμητικό. Απλά έτρεχαν.
«Αυτοί είναι οι τελευταίοι, αδέρφια μου» φώναξε ο αυτοκράτορας από ψηλά. «Κρατήστε τις θέσεις σας, μην λιγοψυχάτε τώρα». Οι Γενίτσαροι πέρασαν την τάφρο, πέρασαν και το Μικρό τείχος και έφτασαν κάτω από το Μέγα τείχος. Έστησαν με ταχύτητα τις σκάλες τους. Από ψηλά οι υπερασπιστές άδειαζαν καυτό λάδι, και πετούσαν πέτρες προς τα κάτω. Οι Γενίτσαροι ένας προς έναν συναντούσαν τιμημένα τον δημιουργό τους. Κανείς τους δεν φώναζε. Κανείς τους δεν ούρλιαζε. Και όποιος πέθαινε αμέσως κάποιος άλλος έπαιρνε τη θέση του…
Είναι η στιγμή που ο χρόνος σταματάει… Είναι η στιγμή που μια αυτοκρατορία πεθαίνει…Είναι η στιγμή που χίλια και βάλε χρόνια περνάνε στο παρελθόν. Η μοίρα λες και αμφιταλαντευόταν τόσες ώρες, αποφάσισε να δώσει τη νίκη στους Οθωμανούς. Εξάλλου η έκπληξη θα ήταν εάν η Πόλη δεν έπεφτε…Έπεσε  με τρία απλά μοναδικά στην ιστορία γεγονότα που έκριναν τα πάντα.
Ο Μεχμέτ έβλεπε τους Γενίτσαρους του να τσακίζονται σωρηδόν πάνω από τα τείχη. Η Βασιλεύουσα δεν έπεφτε. Έτριψε τον σβέρκο του. Ήξερε τη μοίρα του. Ετοιμάστηκε να σημάνει υποχώρηση. Τότε συνέβησαν σχεδόν ταυτόχρονα τρία μοιραία για το Βυζάντιο γεγονότα.

Στη Βόρεια πλευρά του τείχους. Κάτω σχεδόν από το παλάτι των Βλαχερνών σε μια μικρή γωνιά του που κάνει ο τοίχος βρίσκεται ένα πορτάκι. Μια μικρή πόρτα ξύλινη, που κάποτε οι αυτοκράτορες χρησιμοποιούσαν όταν έβγαιναν για κυνήγι στο δάσος του Βελιγραδίου. Το πορτάκι σχεδόν δεν φαίνεται ακόμη και εάν κάποιος είναι πολύ κοντά. Οι πολιορκημένοι πολλές φορές το είχαν χρησιμοποιήσει στις εφόδους τους. Έβγαιναν μέχρι και 50 και ταχύτατα με τα άλογα τους σάρωναν όποιον Οθωμανό στρατιώτη έβρισκαν. Μετά σαν φαντάσματα έμπαιναν πάλι από την πόρτα αυτή την ασφάλιζαν και έπαιρναν τις θέσεις τους στα τείχη.

Με κάποιο τρόπο «μαγικό» η πόρτα, αυτή την μοιραία στιγμή βρέθηκε ανοιχτή. Την ξέχασαν καθώς επέστρεφαν μετά από κάποια επιδρομή οι Βυζαντινοί; Κάποιο χέρι από μέσα που ήθελε να μπουν οι Οθωμανοί, την ξεκλείδωσε; Κανείς δεν ξέρει , ούτε θα μάθει ποτέ. Από την πόρτα μπήκαν κάποιοι Γενίτσαροι οι οποίοι έγιναν αντιληπτοί σχεδόν αμέσως από τους Βυζαντινούς. Με άλογα και πεζή, οι υπερασπιστές έπεσαν πάνω τους και τους εξολόθρευσαν. Ένας από εκείνους όμως κατάφερε να σκαρφαλώσει στο τείχος και να τοποθετήσει τη σημαία του Σουλτάνου. Η σημαία δεν κατέβηκε…
Την ίδια στιγμή σαν να έπαιζε ένα παιχνίδι η μοίρα, ο Πρωτοστράτορας, ο άνθρωπος που ουσιαστικά μαζί με τον αυτοκράτορα κρατούσε την Πόλη, τραυματίζεται. Ο Ιουστινιάνης είδε μέσα από την κατάμαυρη πανοπλία του να ξεπηδά αίμα. Κάποιο βόλι ή τόξο καρφώθηκε χαμηλά στην κοιλιά του. Ο πόνος ήταν αβάσταχτος και όσο περνούσε η ώρα ο Ιουστινιάνης σφάδαζε. Οι σύντροφοι του, άφησαν τις θέσεις τους στις πολεμίστρες και έτρεξαν να προστατεύσουν τον ηγέτη τους. Από τα τείχη έφυγε η ελίτ της άμυνας οι σιδερόφραχτοι ιππότες του Γενουάτη γίγαντα. Οι γενίτσαροι συνέχιζαν να ανεβαίνουν…
Ο Πρωτοστράτορας φώναξε στον Κωνσταντίνο να του πετάξει τα κλειδιά της Πύλης για να φύγει. «Αδελφέ» απάντησε με αγωνία από ψηλά  ο Παλαιολόγος «άντεξε λίγο ακόμη σε παρακαλώ». Ο Ιουστινιάνης σε κρίση πανικού και φρικτού πόνου ούρλιαξε: «Πέταξε μου τα κλειδιά ανάθεμα με. Πεθαίνω δεν το βλέπεις;». Ο αυτοκράτορας υποχώρησε και πέταξε τα κλειδιά. Οι πιστοί σύντροφοι του Ιουστινιάνη άφησαν τα τείχη και κρατώντας τον στα χέρια έτρεξαν προς τα 2 πλοία που τους περίμεναν στο λιμάνι. Οι Βυζαντινοί ήταν πλέον μόνοι τους. Αργότερα πολλοί κατηγόρησαν τον Ιουστινιάνη ότι λιγοψύχησε και για ένα μικρό τραυματισμό έφυγε. Η πραγματικότητα είναι όμως εντελώς διαφορετική. Ο Ιουστινιάνης σε όλες τις ημέρες της πολιορκίας, ποτέ δεν δείλιασε, ποτέ δεν έκανε πίσω. Πρώτος δίπλα στον Κωνσταντίνο απωθούσε τους Οθωμανούς. Ευκαιρίες να φύγει είχε πολλές. Και μάλιστα να αλλάξει και στρατόπεδο γεμίζοντας τις τσέπες του με χρυσάφι. Δεν το έκανε. Έμεινε στις επάλξεις. Ο Ιωάννης Ιουστινιάνης πέθανε τις πρώτες ημέρες του Ιουνίου, όταν τα 2 πλοία του έδεσαν στη Χίο. Κάποιοι ιστορικοί, σύγχρονοι της Αλώσεως μιλούν ανοιχτά ότι το βόλι που τον βρήκε τον πέτυχε από πίσω. Το βόλι δεν ήταν Τούρκικο…


Στον τάφο του στην εκκλησία του Αγίου Δομίνικου στη Χίο αναγραφόταν στα Λατινικά: “Ένθαδε κείται Ιωάννης Ιουστινιάνης, ανήρ περικλεής και πατρίκιος Γενουήσιος εκ των Μαονέων της Χίου, όστις, κατά την εκστρατείαν του βασιλέως των Τούρκων Μωάμεθ εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως, μεγαλοψύχως ηγεμονεύων παρά το γαληνοτάτω Κωνσταντίνω, τελευταίω των ανατολικών Χριστιανών αυτοκρατόρι, θανασίμως πληγωθείς απέθανε.”
Το τρίτο περιστατικό που συνέβη σχεδόν ταυτόχρονα με τα άλλα δύο ήταν και αυτό καθοριστικό. Την ίδια στιγμή λοιπόν που στις επάλξεις κυμάτισε για πρώτη φορά το μπαϊράκι του Σουλτάνου, την ίδια στιγμή που ο Πρωτοστράτωρας τραυματίστηκε και αποχώρησε, μια ομάδα Γενιτσάρων, καθοδηγούμενη από τον Καφέρ Μπέη, σκαρφάλωσε στα τείχη και πάτησε το πόδι της κάτω από τον Άγιο Ρωμανό. Εκεί κάποιος θηριώδης Γενίτσαρος που πλέον από τους Τούρκους θεωρείται ήρωας, ο Χασάν από το Ουλουμπάτ (Ουλουμπατλί Χασάν τον φώναζαν) συνοδευόμενος από μια ομάδα 30 συντρόφων του κατάφερε να προχωρήσει κατά μήκος στις επάλξεις, απωθώντας τους παραπαίοντες αμυνόμενους. Με μια σημαία του Σουλτάνου Μεχμέτ στο αριστερό και ένα τεράστιο κυρτό σπαθί στο δεξί χέρι, κράτησε για λίγα λεπτά τη θέση του περικυκλωμένος από Βυζαντινούς. Οι άλλοι γενίτσαροι που τον είδαν εμπνεύστηκαν από το θάρρος του και όρμησαν με περισσότερη λύσσα κατά των υπερασπιστών. Ο γιγαντιαίος γενίτσαρος κάρφωσε τη σημαία του Ισλάμ στα τείχη της Βασιλεύουσας των χριστιανικών πόλεων. Σύντομα οι αμυνόμενοι ανασυντάχτηκαν και με ομοβροντία από βέλη, πέτρες και ακόντια έριξαν κάτω τους 30 Γενίτσαρους και κύκλωσαν τον Χασάν. Με κόκκινα μάτια από την ένταση της μάχης του επιτέθηκαν, τον γονάτισαν και στην κυριολεξία τον κομμάτιασαν. Τα ελάχιστα λεπτά που άντεξε όμως ήταν αρκετά για ακόμη περισσότερους γενίτσαρους να σκαρφαλώσουν στα τείχη. Η μάχη είχε κριθεί.
Ο Σουλτάνος που παρακολουθούσε πλέον από κοντά τη μάχη, ενώ είχε σηκώσει το χέρι να σημάνει υποχώρηση, είδε με το έμπειρο μάτι του την αναταραχή στις γραμμές των υπερασπιστών. Αντί για υποχώρηση έδωσε εντολή όλες οι δυνάμεις να πέσουν στο σημείο εκείνο. Σαν πλημμυρίδα χιλιάδες άνδρες άρχισαν να εισβάλλουν στον θύλακα που ο Σουλτάνος υπέδειξε. Οι αμυνόμενοι υποχώρησαν υπό το βάρος του αριθμού των επιτιθεμένων. Σε ένα τέταρτο 30.000 Οθωμανοί ανέβηκαν στα τείχη. Τώρα όλοι ούρλιαζαν απόκοσμα και έσφαζαν όποιον συναντούσαν. Η Πόλις Εάλω. Η υποχώρηση έγινε πανικός.

Πύλη Αγίου Ρωμανού πρωινό 29 Μαΐου 1453

Το πρόσωπο του Αυτοκράτορα είχε μεταβληθεί σε μια μάσκα πόνου. Δεν πίστευε και ο ίδιος πόσο γρήγορα και ξαφνικά ανατράπηκε η κατάσταση. Οι Οθωμανοί έμπαιναν πλέον από παντού. Μέσα στον πανικό και τον χαμό ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ήταν αδύνατον να κάνει το παραμικρό. Έστρεψε το πρόσωπο του προς τα πίσω. Έβλεπε από ψηλά την αγαπημένη του πόλη να ψυχορραγεί. “Όλα τελείωσαν λοιπόν” σκέφτηκε και πρόσταξε την φρουρά του να αποχωρήσουν. Με ψυχραιμία κατέβηκε από τον Άγιο και μπήκε στην Πόλη. Τον συνόδευαν οι καλοί του φίλοι , Ο Ιωάννης Δαλματός, ο Δον Φρανσίσκο ντε Τολέδο, ο Θεόφιλος Παλαιολόγος και ο Καντακουζηνός. Έτρεχαν στα στενά δρομάκια της Πόλης. “Άρχοντα μου θα ήταν συνετό να αποφύγουμε τους μεγάλους δρόμους για να φτάσουμε στο λιμάνι” τον συμβούλεψε ο Θεόφιλος. Οι σφαγές οι λεηλασίες, οι βιασμοί, οι κλεψιές είχαν ξεκινήσει και τα ουρλιαχτά του κόσμου και οι απεγνωσμένες επικλήσεις για βοήθεια έκαναν τον Αυτοκράτορα να σταθεί.
Δεν φεύγω” είπε. “ Η πόλη μου πεθαίνει και μαζί της θα πεθάνω και εγώ”. Από κάποια σκιερή γωνία ξεπρόβαλε τρέχοντας μια πολυάριθμη ομάδα γενιτσάρων που είχε επιδοθεί σε ανελέητο πλιάτσικο και δολοφονίες. Κοντοστάθηκαν μόλις είδαν τους 5 αρματωμένους άνδρες. Ο Αυτοκράτορας της Νέας Ρώμης, ο αυτοκράτορας της Βασιλεύουσας δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Ξεθήκωσε το σπαθί του και όρμησε. Πίσω του οι σύντροφοι του έκαναν το ίδιο. Όπως η φωτιά καίει τα δάση, έτσι και ο Κωνσταντίνος θέριζε τους Γενίτσαρους. Δεχόταν χτυπήματα αλλά παρέμενε όρθιος. Σε λίγα λεπτά οι 4 σύντροφοι του κείτονταν νεκροί. Είχε περικυκλωθεί. Η πανοπλία και ο μανδύας του ήταν μέσα στα αίματα. Τα μάτια του είχαν γεμίσει δάκρυα. Όχι από πόνο. Δάκρυα για τον χαμό της θεοφύλακτης Πόλης. Ο Κωνσταντίνος ζύγισε το σπαθί στο κουρασμένο του χέρι.”΄Δεν υπάρχει ένας Χριστιανός να μου πάρει το κεφάλι;” φώναξε και όρμησε για δεύτερη φορά. Δέχτηκε από πίσω ένα δυνατό χτύπημα. Όλα μαύρισαν στα μάτια του. Κατέρρευσε . Οι γενίτσαροι έπεσαν πάνω του…Κανείς ποτέ δεν τον ξαναείδε…

Ο Οθωμανός ιστορικός Ορούχ, έγραψε αργότερα: “Ο άμοιρος αυτοκράτορας ήταν 49 ετών όταν πέθανε. Όποιες και αν ήταν οι συνθήκες του θανάτου του, φαίνεται ότι προσπάθησε μέχρι και την τελευταία στιγμή να κρατήσει τη φλόγα του Βυζαντίου αναμμένη. Ο κυβερνήτης της Ιστανμπούλ ήταν γενναίος και δεν ζήτησε έλεος. Ήταν ένας άξιος αντίπαλος”
Οι δρόμοι της Κωνσταντινούπολης γλιστρούσαν από το αίμα που έρεε. Τα κομμένα κεφάλια μέσα στο λιμάνι, έμοιαζαν καρπούζια στον πάγκο του μανάβη. Τόσα πολλά ήταν. Στον κεράτιο σε ένα Πύργο 40 κρητικοί τοξότες είχαν ταμπουρωθεί και δεν έκαναν πίσω. Κάθε προσπάθεια των Οθωμανών να καταλάβουν τον Πύργο, αποτύγχανε. Οι κρητικοί ήταν λιοντάρια. Η Πόλη είχε πέσει αλλά οι Κρητικοί δεν παραδίδονταν. Ο Μεχμέτ το έμαθε. Θαύμασε την αντρειοσύνη τους. Η εντολή του ήταν σαφής: “ Αφήστε τους να φύγουν. Αφήστε τους τιμητικά να πάρουν μαζί τους και τη σημαία τους. Όποιος τολμήσει να πειράξει έστω και έναν από αυτούς θα θανατωθεί. Δώστε τους και ένα πλοίο. Το αξίζουν…”

Αγία Σοφία πρωινό 30ης Μαΐου 1453

Ο Μεχμέτ ήταν έξαλλος. Άφριζε στην κυριολεξία από το κακό του. Όταν βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση ακόμη και η προσωπική του φρουρά φρόντιζε να μην βρίσκεται στο οπτικό του πεδίο. Δεν το είχε σε τίποτε να διατάξει τον αποκεφαλισμό όποιου ανθρώπου ήταν δίπλα του, την λάθος ώρα.
Σύμφωνα με τους ιερούς νόμους του Ισλάμ εάν μια πόλη επαρεδίδετο τότε τα στρατεύματα, την καταλάμβαναν αναίμακτα και απαγορευόταν να αγγίξουν την περιουσία αλλά και τους ανθρώπους της. Εάν μια πόλη αρνείτο να παραδοθεί και τα στρατεύματα την καταλάμβαναν εξ εφόδου τότε οι στρατιώτες επί 3 ημέρες είχαν δικαίωμα να κάνουν ότι θέλουν στους ανθρώπους και την περιουσία τους. Να την οικειοποιηθούν να πάρουν σκλάβους, να πάρουν χρυσάφια και κοσμήματα. Οτιδήποτε, αλλά για 3 ημέρες. Η Κωνσταντινούπολη ήταν στη δεύτερη περίπτωση. Όμως εάν ο Μεχμέτ άφηνε τους άνδρες τους για τρεις ημέρες, εκείνοι θα ισοπέδωναν την Πόλη. Δεν θα έβρισκε τίποτε όρθιο.
Ο Μεχμέτ αποφάσισε να μην περιμένει να περάσει το τριήμερο. “Μπαίνουμε μέσα” είπε στον Βεζίρη του και λίγη ώρα αργότερα μια τεράστια πομπή περπατούσε στους δρόμους της Βασιλεύουσας. Πρώτος πάνω στο λευκό του άλογο ήταν ο Μεχμέτ, ζωσμένος με το σπαθί του Οσμάν. Έφτασε έξω από την Αγία Σοφία. Από μέσα οι κραυγές του κόσμου ήταν ανατριχιαστικές. Ξέζεψε και πεζή έφτασε στην είσοδο. Με αργές κινήσεις έσκυψε και πήρε μια χούφτα χώμα από το έδαφος. Έριξε το χώμα πάνω στο τουρμπάνι του, ως πράξη ταπεινότητας απέναντι στον θεό. Ο Μεχμέτ μπήκε από την είσοδο και μονολογούσε το ποίημα ενός Πέρση ποιητή: “ Η αράχνη υφαίνει τον ιστό της και η κουκουβάγια κρώζει στους οίκους του Αφραστάβ…”
Είδε το εσωτερικό της εκκλησιάς ασφυκτικά γεμάτο. Όσοι είχαν προστρέξει εκεί για να σωθούν είχαν αλυσοδεθεί και ήταν έτοιμοι για τα σκλαβοπάζαρα. Πολλοί κείτονταν νεκροί. Αίμα έρεε στα πλακάκια του Οίκου του Θεού. Κάποιοι γενίτσαροι συνέχιζαν να ξηλώνουν τα μάρμαρα, συνέχιζαν να χαλάνε τις χρυσοποίκιλτες εικόνες. Ο Μεχμέτ έγινε έξαλλος. Πλησίασε έναν γενίτσαρο που ξήλωνε κάποια μάρμαρα “Γιατί τα χαλάς” τον ρώτησε με φωνή που έτρεμε. “Για την πίστη μας Σουλτάνε μου” απάντησε εκείνος. Με το βαρύ μεταλλικό κοντάρι του τον χτύπησε με όλη του τη δύναμη στο κεφάλι. . Το κρανίο άνοιξε σαν τριαντάφυλλο και υγρά με αίμα άρχισαν να χύνονται. “ΤΕΛΟΣ” βροντοφώναξε ο Μεχμέτ “Κανείς και ποτέ δεν θα παραβιάζει διαταγή δική μου. Σας είπα ότι τα κτίρια μου ανήκουν”

Στη συνέχεια ήρεμος έδωσε εντολή να μπουν μέσα οι ιερείς του Ισλάμ. Σε λίγη ώρα στην Αγία Σοφία θα τελούταν η πρώτη προσευχή στον Αλλάχ…
VN:F [1.9.17_1161]
Rating: 0.0/10 (0 votes cast)
VN:F [1.9.17_1161]
Rating: 0 (from 0 votes)

Permanent link to this article: http://www.euaclan.org/2011/05/29-%ce%bc%ce%b1%ce%af%ce%bf%cf%85-1453-%ce%bf%ce%b9-%cf%84%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%85%cf%84%ce%b1%ce%af%ce%b5%cf%82-%cf%8e%cf%81%ce%b5%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%bb%ce%b5%cf%8d/

May 28 2011

Πόρνη

Από τον Ημερήσιο Τύπο (Βήμα):

Θα σου πω εγώ «γιατί». Επειδή μηδενική εθνική συνείδηση. Επειδή από το τέλος του Εμφυλίου και ύστερα η πολιτική ελίτ άρχισε έκανε παρτούζα με την εξάρτηση και την υποταγή. Επειδή βολεύτηκε σαν πόρνη διεφθαρμένη. Επειδή με τους προστάτες της Αμερικής. Επειδή το οικόπεδο Hellas έτυχε να είναι μεσοτοιχία με το «Σιδηρούν παραπέτασμα» Βουλγαρίας, Γιουγκοσλαβίας και Αλβανίας. Επειδή από το σχέδιο Μάρσαλ και κάθε είδους χορηγία, που προέκυπτε απ αυτή την προστασία, κατέληγε θαλασσοδάνεια και αφασία. Ετσι βολεύτηκε η πολιτική ηγεσία. Ετσι εκμαυλίστηκε και έχασε κάθε ίχνος εθνικής συνείδησης και πατριωτικής φροντίδας. Ετσι σου λέει όχι μόνο με τους αμερικανούς αλλά και από τους Ευρωπαίους θα τα παίρνω γιατί και αυτούς με το οικόπεδό μου θα προστατεύω. Αλλά όταν κατέρρευσε το τείχος, απροστάτευτη η ξεπουπουλιασμένη γριά πόρνη. Χωρίς πελάτες, προαγωγούς και τσατσάδες. Ομως, εθισμένη από την πορνεία, εξακολούθησε να πορεύεται σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα. Αυτή η ιδεολογία και αυτή η νοοτροπία κατέβηκε, όπως το ασανσέρ, από το ρετιρέ μέχρι το υπόγειο. Από τους αρχηγούς μέχρι τους πολίτες, ακόμα και τους φτωχούς. Ολοι μαγαρισμένοι από τον ιό της προστασίας. Γι’ αυτό του Ελληνα πάντα κάποιος ξένος του φταίει. Αλλά και γι’ αυτό ενδόμυχα πιστεύει ότι κάποια ξένη δύναμη θα τον σώσει. Πρώτα η Αμερική. Υστερα η Γαλλία. Μετά η Γερμανία. Αργότερα η Ευρώπη. Τώρα η Κίνα. Ισως και η Ρωσία. Γι αυτό στον εαυτό του και στις δυνάμεις του δεν πιστεύει. Γι αυτό η πελατειακή, εξαρτημένη, σχέση τον βολεύει. Γι αυτό με τα δανεικά πορεύεται σα να είναι δικά του τα ξένα λεφτά. Και γι αυτό από τη μια πιστεύει ότι η πατρίδα του είναι «Ψωροκώσταινα» και από την άλλη «τα άγια ελληνικά χώματα». Ανάπηρος, εξαρτημένος, μισός άνθρωπος. Απ όλους, ακόμα και από τον εαυτό του περιφρονημένος. Και γι αυτό από τη μια παριστάνει τον πατριώτη και από τη άλλη «πούλα μωρέ ακόμα και την Ακρόπολη» για να μας σώσει! Γέρασε η πόρνη. Κανείς δεν την θέλει. Ούτε τα ΚΑΠΗ των Βρυξελών. Ουστ απ εδώ. Και μόνο που σε βλέπουμε είναι αηδιαστικό!

Πιστεύω πως ανωτέρω γράφονται λίγες από τις πτυχές του γιατί σήμερα φτάσαμε εδώ που είμαστε. Απόψεις που λίγο ως πολύ οι περισσότεροι τις έχουμε μέσα μας και πολλές φορές φτάνουν στο σημείο να είναι αντικρουόμενες. Μόνο σε ένα θα διαφωνήσω: Η κατάσταση της πολιτικής υποταγής και του κοτζαμπασισμού την οποία επέβαλαν οι πολιτικοί άντρες/γυναίκες της χώρας δεν ξεκινά από τον εμφύλιο. Το κακό είναι πολύ παλαιότερο και ξεκινά από τις πρώτες μέρες του νέου ελληνικού κράτους (δολοφονία Καποδίστρια). Απλά σήμερα έχουμε αρχίσει να φτάνουμε σε ένα σημείο που να μην μπορεί αυτή η νοοτροπία να μας πάει πουθενά και αυτό γιατί σήμερα πλέον αφού ομολογουμένως (από κάποιους, κάποιοι άλλοι σίγουρα θα διαφωνήσουν – έτσι είναι αυτά) τις τελευταίες δεκαετίες δεν έχει υπάρξει ηγεσία στη χώρα με ένα πλάνο και μια σκέψη πραγματικά προοδευτική (όχι το ξενύχτι μέχρι τις 6-7 το πρωί δεν είναι πρόοδος – είναι μέθοδος αποβλάκωσης του πληθυσμού) παρά μόνο οικονομικοί διαχειριστές οι οποίοι –όντας και κακοδιαχειριστές– για να καλύψουν τα κενά που οι ίδιοι δημιούργησαν, βγάλαν τη χώρα στο σφυρί. Όμως – όπως μου αρέσει να λέω και πιστεύω πως είναι η αλήθεια – από τη στιγμή που οι Έλληνες ως κράτος ζητούσαν με την ψήφο τους αυτό το αποτέλεσμα, δε νομίζω πως έχουν κάποιο δικαίωμα διαμαρτυρίας. Σε μια οργανωμένη δημοκρατία (με τη μορφή που έχει η δημοκρατία σήμερα) η διαμαρτυρία είναι η ψήφος στις εκλογές. Όλοι ξέραν το ποιόν αυτών που ψηφίζανε – και αν δεν το ήξεραν οφείλαν να το μάθουν, έτσι λειτουργεί αυτό το καθεστώς – και όλοι κακά τα ψέματα το ζητούσανε. Γιατί αυτό; Γιατί να θες κάποιον που αντί να θέλει να πάει μπροστά την κοινωνία να την τραβά πίσω και επί του πρακτέου υποθηκεύει το μέλλον της; Ίσως κάποτε φάνταζε ως ο εύκολος δρόμος , αλλά στην τελική δεν μπορώ να το ξέρω από προσωπική άποψη καθώς η ηλικία μου δεν μου το επιτρέπει. Ίσως είναι αυτό που γράφεται στο άρθρο, ίσως είναι και κάτι άλλο που ο αυτο-αποκαλούμενος "έξυπνος Έλληνας" δεν το έχει συνειδητοποιήσει ακόμα.

=-=-=-=-=
Powered by Blogilo

VN:F [1.9.17_1161]
Rating: 0.0/10 (0 votes cast)
VN:F [1.9.17_1161]
Rating: 0 (from 0 votes)

Permanent link to this article: http://www.euaclan.org/2011/05/%cf%80%cf%8c%cf%81%ce%bd%ce%b7/

May 27 2011

Φτάνει πια με τις δικαιολογίες.

Ibkobits

Τι είχες Γιάννη μου, τι είχα πάντα! Αυτό το γνωμικό θα μπορούσε να ήταν λεζάντα της φωτογραφίας του μπασκετικού τμήματος του Ολυμπιακού τα τελευταία 4 χρόνια τουλάχιστον. Κάθε χρόνο έχω βαρεθεί να ακούω για δυναστείες, για τίτλους, για τελικούς, για επιτυχίες, για αλλαγή του κατεστημμένου και άλλα τέτοια φαιδρά. Λόγια, λόγια και μόνο λόγια. Κάθε χρόνο μήνα Μάιο και Ιούνιο η κατάληξη είναι μία, ο τίτλος να καταλήγει αμαχητί στους βάζελους.Δεν με ενοχλεί οτι απλά παίρνουν τον τίτλο, αλλά το γεγονός οτι οι τιτίκες που φοράνε τα τιμημένα ερυθρόλευκα δεν το πιστεύουν.

Αλήθεια πόσοι γαύροι θα θέλαν να είναι λίγο ψηλότεροι απο το συνηθισμένο απλά και μόνο για να βρεθούν αντιμέτωποι του Διαμαντίδη ή του Μπατίστ, να τα δώσουν όλα και να πούν στο τέλος οτι χάσαμε μεν προσπαθήσαμε δε. Αντίθετα οι δικοί μας καλοπληρωμένοι παίχτες δεν έχουν ουτε τον αντρικό εγωισμό. Γουστάρουν να χάνουν τους τίτλους με τον ίδιο ακριβώς τρόπο ΚΑΘΕ χρόνο, έχοντας ή μη το πλεονέκτημα έδρας. Είναι τραγικό το να σε κοροιδεύουν έτσι και εσύ να κάθεσαι και να μην αντιδράς! Εγώ όταν βγαίνω για μπάσκετ με τους φίλους μου και σκυλιάζω όταν χάνω, φέρνω τον κόσμο ανάποδα, βρίζομαι και μαλώνω ενώ αυτοί απαθέστατοι. Κάτσαμε τάχα μου ο Μπουρούσης, ο Σπανούλης και ο Παπαλουκάς και τα είπαμε ώρες ατελειώτες αφού τελειώσε το ματς. Εμ το θέμα ήταν να τα λέγαν πριν το ματς και όχι μετά. Μετά τί να το κάνουμε; Τώρα πέταξε το πουλάκι. Τώρα είναι πολύ αργά. Παρακαλάτε να πάθει λουμπάγκο ο ΔΔ και να μη μπορέσει να κατέβει στο γήπεδο ο Ζοτς.

Κλείνοντας γιατί πραγματικά δεν έχω και πολλά άλλα να πω, η ομάδα αυτή κάκιστα έχει τον δαφνοστεφανωμένο στο στήθος. Δεν είναι Ολυμπιακός, δεν μυρίζει σαν Ολυμπιακός, δεν υποστηρίζεται απο τον κόσμο σαν Ολυμπιακός. Είναι μια χούφτα άνευροι αθλητές, οι οποίοι πληρώνονται παρα παρα πολύ καλά για να πουλάνε φούμαρα για μεταξωτές κλωστές. Τμήμα που έχει τόσο ισχυρή διοίκηση και στο παρελθόν (πολύ μακρινό) κράτησε τον κόσμο ενωμένο όταν το ποδόσφαιρο παρέπεε, είναι αδιανόητο να έχει τόσο μικρή στήριξη. Χθες χάσαμε και σήμερα δε κουνήθηκε φύλλο. Ακόμα και εμείς απο εδώ δεν αντιδράσαμε καν, πέρα απο τα αναμενόμενα. Δεν σε κάνει να νοιάζεσαι ρε παιδί μου για το τμήμα. Είναι κρίμα και ξαναλέω δεν είναι απλά οτι χάνεις τίτλους αλλα ΠΩΣ τους χάνεις.

ΥΓ.1 Λίγα για χθες, ο αγώνας χάθηκε καθαρά διότι χάθηκε η συγκέντρωση. Ξεκινώντας απο τον πάγκο, που ο Ίβκοβιτς απορώ ακόμη για ποιό λόγο διαμαρταρύθηκε τόσο έντονα στο τέλος του 1ου δεκαλέπτου, μέχρι και όποιοδήποτε μπήκε ως αλλαγή στο παιχνίδι. Τον μόνο που δεν θα λοιδορήσω είναι τον Παπαλουκά και το λέω συνειδητά πλεον διοτι το έχω πάρει απόφαση οτι απλά κολλάει ένσημα περιμένοντας να κρεμάσει παπούτσια. Όσο μπορεί το δίνει, και χθες έδωσε εκτός απο 9 πόντους, rebounds και assists, και παπαράκια μπουκάρωντας στη ρακέτα του ζελά όταν κανείς δε πατούσε μέσα λες και ήταν ναρκοπέδιο.

ΥΓ.2 Ήταν αηδιαστική η αγωνιστική κατάσταση ορισμένων. Αντιλαμβάνομαι οτι αρκετοί απο δαύτους δεν έχουν δει ουτε κυπελλάκι lucky cup (σα του κυπέλλου δλδ) αλλά τέτοιο χέσιμο είναι απαράδεκτο.

ΥΓ.3 Ατομικά δε θα αναφερθώ σε κανένα, δεν ξεχώρισε κανείς γιατί απλούστατα χάσαμε. Το άθλημα είναι ομαδικό αρα φταίνε όλοι, ακόμα και όσοι δε παίξαν λεπτό.

ΥΓ.4 Θα σταθώ λίγο στον Ίβκοβιτς. Ποτέ δεν ήμουνα απο αυτούς που τον υμνούσε και τον είχε θεοποιήσει. Ουδέποτε όμως τον είχα κακοχαρακτηρίσει και ουδέποτε θα σταματήσω να τον στηρίζω διότι μετα τον Ντούντα απλά δεν υπάρχει άλλος. Φάγαμε Γκέρσον, φάγαμε Μπαναώτη (δικαίως) εαν φάμε και Ντούντα καλό θα ήταν να σταματήσουμε να έχουμε και απαιτήσεις. Σε κάθε περίπτωση και χθές όπως με τα ματς εναντίον της Σιέννα ο Ντούντα τα έκανα θάλασσα. Ενώ η ομάδα ήταν μπροστά και αφεντικό, έκανε φασαρία για μια μαλακία που είχε άδικο, άφησε την ίδια 5αδα όλο το 1ο δεκάλεπτο, στο 2ο με την παρουσία-απουσία των περιφερειακών χάθηκε η διαφορά και ξεκίνησε η κατηφόρα. Ο Μάριτς έκανε πάρτυ και εμείς δεν είχαμε ψηλό μέσα και παίζαμε με τον Μαυροκεφαλίδη στο 5 (προς θεού δεν φταίει ο Λουκάς). Αυτά ήταν λάθη πάγκου! Θα μπορούσε εκεί να βάλει Γλυνιαδάκη να του κάνει 1-2 φάουλ δυνατά να τελειώσουμε. Και φυσικά απο το 3ο δεκάλεπτο και έπειτα απλά δεν παίζαμε άμυνα. 1 pick n roll κάναν και μας διέλυαν. Ούτε εκεί κατάφερε να τους ηρεμήσει και να τους συγκεντρώσει στο στόχο. Αντίθετα είδαμε πάλι τα παρανοικά του Μίλος, τρίποντο απο όπου ναναι και όπως ναναι κτλ κτλ κτλ.

ΥΓ.5 Άντε να τελειώσει η σειρά να ασχοληθούμε με τα πιο σοβαρά, όπως είναι οι μεταγραφές στη μπάλα. Για το μπασκετάκι, γερά δυνατά τον Οκτώβρη που θα είμαστε πάλι πρωταθλητές (στα λόγια) να χουμε να λέμε πάλι….

VN:F [1.9.17_1161]
Rating: 0.0/10 (0 votes cast)
VN:F [1.9.17_1161]
Rating: 0 (from 0 votes)

Permanent link to this article: http://www.euaclan.org/2011/05/%cf%86%cf%84%ce%ac%ce%bd%ce%b5%ce%b9-%cf%80%ce%b9%ce%b1-%ce%bc%ce%b5-%cf%84%ce%b9%cf%82-%ce%b4%ce%b9%ce%ba%ce%b1%ce%b9%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%af%ce%b5%cf%82/

May 26 2011

Βίλους!

Ρε ζώα, ρε γελάδια, ρε βλαμένα είστε έλεος!

1. Σουτάρουμε με 3 άτομα κρεμασμένα απάνω μας. Η φυσική επιλογή.

2. Αρπάζουμε για 2 δεκάλεπτα καλάθι σε κάθε επίθεση. Η φυσική επιλογή.

3. Διαμαρτυρόμαστε στο διαιτητή όταν έχουμε το ψυχολογικό πλεονέκτημα και είμαστε και μπροστά στο σκορ. Η φυσική επιλογή.

 

Στο τέλος το μόνο φυσικό που πήραμε είναι την κουράδα του Ζοτς στην Κεραφίνα του ΣΕΦ.

 

Το μόνο που έχω να δηλώσω είναι ένα: Ή πετάξτε τις φανέλες και βάλτε τα πιτσιρίκια να παίξουν, ή σοβαρευτείτε και κερδίστε τον στην έδρα του.-

=-=-=-=-=
Powered by Blogilo

VN:F [1.9.17_1161]
Rating: 0.0/10 (0 votes cast)
VN:F [1.9.17_1161]
Rating: 0 (from 0 votes)

Permanent link to this article: http://www.euaclan.org/2011/05/%ce%b2%ce%af%ce%bb%ce%bf%cf%85%cf%82/

May 26 2011

Θα φάμε λουκουμάδες;

Καλοπληρωμένα κωλόπαιδα της ομάδος μπάσκετ του Ολυμπιακού, ενιότε αναφερομένο και ως τμήμα της ντροπής, έχετε σήμερα την 1η σας ευκαιρία να ΜΗΝ διαλύστε οτι καταφέρατε όλη τη χρονιά στην Ελλάδα (γιατί στην Ευρώπη ας μη τα συζητήσουμε καν).

Φέρτε μας το πρωτάθλημα που μας χρωστάτε χρόνια τώρα, παίξτε σαν Ολυμπιακός και όχι σαν το λύκειο Ελληνίδων και γενικότερα παίξτε μπάσκετ. Ένα κατσαρολικό πέρσι και άλλο ένα φέτο δε κάνουν για τίποτε. Τρέμουμε, είμαστε νευρικοί, ο Γιωργάκης έβγαλε καινούρια μέτρα και ξεκινά εξεταστική. Φροντίστε να ΜΗΝ κάνετε καμμιά μαλακία.

Α, και να μην ξεχάσω, όποιος ρε παιδί μου δε νοιώθει έτοιμος για σήμερα ας φροντίσει να το συζητήσει με τον Ίβκοβιτς και να εξαιρεθεί απο την διαδικασία. Εντάξει δε γεννηθήκανε και όλοι άντρες και όσοι δηλαδή γεννηθήκαν μπορεί να μείναν στη παιδική τους ηλικία και να μην μεγαλώσαν. Σας καταλαβαίνουμε και δεν σας πιέζουμε.

ΥΓ. Βαζελάκια για να μην ξεχνιόμαστε, δε ξεχάσαμε με ποιόν παίζουμε, αφιερωμένο:

VN:F [1.9.17_1161]
Rating: 0.0/10 (0 votes cast)
VN:F [1.9.17_1161]
Rating: 0 (from 0 votes)

Permanent link to this article: http://www.euaclan.org/2011/05/%ce%b8%ce%b1-%cf%86%ce%ac%ce%bc%ce%b5-%ce%bb%ce%bf%cf%85%ce%ba%ce%bf%cf%85%ce%bc%ce%ac%ce%b4%ce%b5%cf%82/

May 22 2011

Desktop Linux: the final frontier

Strange new worlds

By Lucy Sherriff

Depending on who you talk to, 40 to 75 per cent of the world’s web servers are Linux-based. That is some serious market penetration. But even in organisations running Linux on their servers the operating system is on just 20 per cent of desktops.
Despite its success in the back office, Linux has not yet made such an impact on the desktop. Does it matter?
Unsurprisingly, Chris Kenyon, Canonical’s vice-president of OEM services, thinks it does. And, he argues, in the form of Ubuntu at least Linux is making it on the desktop – “just in different locales and at different speeds”.
Nature v. inertia
“Showing very significant adoption on the devices that people use for everyday computing is important and is achievable,” he says.
Linux is increasingly part of the fabric of everyday life in organisations. There are no licence costs and it is inherently much more secure. So why isn’t it running on more machines?
A decade ago, it was because it wasn’t really ready as a consumer product. But according to Ovum analyst Laurent Lachal, Linux is now much more robust and user-friendly. The problem is accessing the market.
“Desktop Linux is stuck in a Catch-22 situation. To reach the market on a large scale, you need a good channel. And lack of channels is a big issue for Linux. The moment this is resolved, it has a fighting chance,” Lachal says.
Inertia has a lot to do with it. People like to use the operating system the machine is loaded with and early industry attempts to get Linux pre-installed on boxes didn’t work out too well.
Lure of the east
“Poor pre-installations of Linux on netbooks showed that putting Linux on brand new hardware in an ecosystem is a real engineering challenge. And one which, when done poorly, results in a bad experience for users,” Kenyon says.
He adds that the company has almost 30 engineers out in Taipei working on OEM relationships, training and partnerships with Dell, HP, Acer and Lenovo.
“The change over the last three years is staggering,” Kenyon says. “We will pre-load well over 10 million PCs with Ubuntu this year and we are more than doubling users every year in India and China.”
He rattles off a list of deployments: 10,000 PCs running Ubuntu at the University of Delhi, 5,000 desktops in the Tamil Nadu Health Services and 220,000 desktops in the state education system in Spain’s Andalucia region.
Ubuntu is also making inroads into high-tech firms. Google, for instance, runs all its engineering and development on Ubuntu, and Texas Instruments and Qualcomm also use the platform for development work.
Futuristic vision
Desktop Linux at work may also be getting a boost from an unexpected quarter: the iPhone and all its emerging form-factor friends. Many of the large tech developers are using Ubuntu as their device development platform, even if they are targeting Android, Kenyon adds.
“The desktop of the future isn’t going to look like a desktop, or even a traditional clamshell. But Ubuntu is already on those convergence devices, like the Motorola Atrix.”
Lachal takes a more measured view, but concedes that the fragmentation of the desktop is a positive thing for Linux, and for open source in general.
“It isn’t just about the PC any more. The biggest device battle is still being fought and Linux has a real chance here,” he says.
“The trouble is that IT on the desktop moves at a glacial pace. I have a machine here that is running Office 2003, for example. Although Microsoft is losing some of its grip, it is a slow process.”
“If it is there, people will use it”
Other factors working in Linux’s favour are virtualisation and the availability of dual-boot machines. It means more people can try test the water without too much risk, Lachal says.
Clearly, Linux is not going to push Microsoft off the desktop and into oblivion in the next six months (rest easy, Mr Ballmer). It is more likely to continue what it has been doing: gradually gaining ground, winning over detractors as it becomes more user-friendly, and taking advantage of cloud computing and new form factors.
Kenyon remains upbeat. “Most people use the operating system that their PC came with,” he says. “This is why the work we do at Canonical is so important. We want to see a majority of the world’s PCs certified and eventually pre-installed with Ubuntu.”
Lachal goes along with that. “If it is there, people will use it,” he says.

I largely agree with what is being said in this article. Point is that if the various distros want Linux to be on the desktop, they have to make more customization, in order to make the first experience of a user more friently, cause there are some very nice tricks developed by some people that you’ re learning them after a period of use. For example for distros (like opensuse) there are some very cool free fonts, why not use them instead of the default ones? or a better icon set? or adding a dock (like docky or cairo dock) preinstalled and ready to run right from the first boot?

Or another problem (but it is going to be solved in a way): OK there is very nice the central package management, but please why all this different names on the packages among distros? isn’t it possible all distros having the exact same name on a package (more likely the one that his developer is giving) and leaving all this confusion behind? It’s not really a big deal but why not?

Also a unified GUI for all package managers, so that it could be possible for anyone to change among distros without much pain (how am i going to install a program here?) Kpackagekit is a good option accually, but it should be a little fancier (like ubuntu software center) hiding the hell of all those libraries and giving an icon for the app you want to install etc. And no i don’t want ONE package manager: that could be silly and please if i want to create a new distro, with my own package manager –because it would be more kool than anyone other– there is no reason why i must be stopped :) .

And finally a unified control panel for system administration. There are many good utilities, but they are here and there. Yast is a perfect example (with some minor additions) of what a unified control panel could offer to someone. OK maybe a new user won’t use this Yast-like thing, but a more advanced user surely will want to setup some things differently (an additional service or configuring a second or third sound card etc).

Exept from the second one, in my point of view there is not so difficult to do this things (the second requires some people to agree in something and in this life, that takes time). And to be honest, i am not missing a damn thing from all the previous statements, but that is because i am using Linux for a period of time and have learn how the system works. Still that doesn’t have to be easy for an average or newb user. I know that this kind of user would not install by himself a different OS easilly, but that is not nesseserilly an excuse.

And don’t forget one thing: Maybe this is the open source world we are talking about, but that doesn’t seem that it couldn’t have some rules to follow (at least between the major distros) in order to make things easier on the user side. Yes it is community based and surelly all must contribute something (a translation, some lines of code that do some magic or even artwork or anything else that could be helpfull to someone else) that’s why it’s called community, but we must not fool ourselves: None of the big open source projects (like KDE, GNOME, Firefox, Apache, MySQL etc — and please don’t start if it is GPL3 or LGPL3, if you don’t like the lisence, don’t use them, and think if it was better when you didn’t know a shit about what the desktop was doing behind the scenes in other OSe’s) are from some funny guys that they do not have a better thing to do than writing code. These are paid people and they produce the 75-80% of the open source code today. Of course there are many good projects that “funny” people do, but i think the point is well taken.

=-=-=-=-=
Powered by Blogilo

VN:F [1.9.17_1161]
Rating: 0.0/10 (0 votes cast)
VN:F [1.9.17_1161]
Rating: 0 (from 0 votes)

Permanent link to this article: http://www.euaclan.org/2011/05/desktop-linux-the-final-frontier/

May 19 2011

Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου: Μύθοι και Πραγματικότητα

Του Κώστα Πικραμένου

Από το 1922 μέχρι και σήμερα έχουν αναδειχτεί 6 θεματικές ενότητες οι οποίες συνθέτουν το φάσμα των προβλημάτων στις σχέσεις Ελλάδος και Τουρκίας. Συγκεκριμένα:

  1. Τα θέματα που αφορούν στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο (από το 1973)
  2. Το Κυπριακό (από το 1963)
  3. Η μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης (από το 1987)
  4. Η ελληνορθόδοξη μειονότητα Κων/πολης, Ιμβρου και Τενέδου (από το 1955)
  5. Η Ποντιακή Γενοκτονία (από το 1994)
  6. Η λαθρομετανάστευση (από το 2001)

Εν όψει της 19η Μαίου, ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, χρήσιμο είναι να καταγραφούν οι μέχρι σήμερα τακτικισμοί, παλιννοδίες, κακοί χειρισμοί και κενά που χαρακτηρίζουν τόσο την αναγνώριση της Ποντιακής Γενοκτονίας από το Ελληνικό Κράτος όσο και από την Διεθνή Κοινότητα.

Συγκεκριμένα:
Α) Είναι πλέον σαφές ότι το Ελληνικό Κράτος ουδέποτε αγκάλιασε την υπόθεση της Ποντιακής Γενοκτονίας. Η προώθηση του εν λόγω νομοσχεδίου το 1994, δηλαδή 71 χρόνια μετά, μαρτυράει την καιροσκοπική και λαικίστικη μεταχείριση ενός ιστορικού γεγονότος των αρχών του 20ου αιώνα. Εκθέτει το Ελληνικό κράτος τόσο έναντι των πολιτών του αλλά και της διεθνούς κοινότητας και θέτει σοβαρά ερωτήματα για την ιστορική αλήθεια ή μη περί της Γενοκτονίας των Ποντίων. Σε σύγκριση με την Ημέρα Μνήμης του Ολοκαύτωματος των Εβραίων ή της Αρμενικής Γενοκτονίας, η 19η Μαίου δεν είναι καν αργία γεγονός που γελοιοποιεί και προσβάλει τους απογόνους των Ελλήνων του Πόντου.

Β) Η εργασία του καθηγητή Φωτιάδη που αποτελεί την μοναδική (σε όγκο) τεκμηρειωμένη μελέτη επί της οποίας στηρίζεται το επιχείρημα περί της Ποντιακής Γενοκτονίας δεν έλαβε την ελάχιστη υποστήριξη από το Ελληνικό Κράτος και δεν χρηματοδοτήθηκε η μετάφραση της σε ξένες γλώσσες. Η συμπεριφορά της Ελληνικής Πολιτείας υποδηλώνει ότι δεν πιστεύει και δεν επιθυμεί την ανάδειξη του ιστορικού γεγονότος ενώ στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση και στα Ερευνητικά Ινστιτούτα (Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών) κανένα πρόγραμμα μελετών δεν ασχολείται με την Ποντιακή Γενοκτονία.

Γ) Οι θιασώτες και ερευνητές προκειμένου να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους περί Ποντιακής Γενοκτονίας δεν μπορούν να βασίζονται μόνο σε πηγές και στατιστικά στοιχεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των τοπικών ενοριών ή σχολείων. Πρέπει να δώσουν ιδιαίτερη έμφαση στη συλλογή ντοκουμέντων από τις ξένες διπλωματικές αρχές (Πρεσβείες, Προξενεία κλπ) οι οποίες χωρίς προκατάληψη κατέγραφαν τις εκτοπίσεις πληθυσμών και τις σφαγές αμάχων στις διάφορες περιοχές του Πόντου. Γνωρίζουμε ότι οι Αρμένιοι στηρίζουν την διεθνή τους εκστρατεία όχι στα αρχεία του Αρμενικού Πατριαρχείου και των τοπικών μητροπόλεων αλλά στα τηλεγραφήματα κυρίως Αμερικανών διπλωματών και εκπροσώπων ανθρωπιστικών οργανώσεων όπως το US Relief. Mόνο έτσι μπορεί να γίνει δεκτή και αξιόπιστη η όποια διεθνής εκστρατεία περί αναγνώρισης της Ποντιακής Γενοκτονίας διαφορετικά η όλη υπόθεση θα περιοριστεί στη γνωστή εσωτερική κατανάλωση και ψηφοθηρία. Αυτό θέλουμε;

Δ) Είναι αλήθεια ότι το Κομιτάτο Ένωσης και Προόδου είχε λάβει αποφάσεις για την εκδίωξη-εξόντωση των χριστιανικών και εν γένει μη μουσουλμανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατόριας. Οι αποφάσεις αυτές ελήφθησαν στη δίνη του ΙταλοΤουρκικού πολέμου (1911) και των Βαλκανικών Πολέμων (1912-13). Η όποια όμως συντονισμένη επιχείρηση εθνοκάθαρσης έλαβε χώρα από τους Tαλάτ και Ενβέρ Πασά (υπουργοί Εσωτερικών και Πολέμου αντίστοιχα) το διάστημα 1915-1917 και αφορούσε σε πρώτη φάση και κατά προτεραιότητα τους Αρμένιους. Την ίδια περίοδο ο Μουσταφά Κεμάλ ήταν αξιωματικός του Οθωμανικού Στρατού χωρίς αρμοδιότητες και ρόλο σε επιχειρήσεις εθνοκάθαρσης. Εν ολίγοι ο ισχυρισμός περί Ποντιακής Γενοκτονίας το διάστημα 1914-1918 πρέπει να τύχει περαιτέρω έρευνας καθώς υπάρχουν πολλά κενά.

Ε) Ουδείς μπορεί να πιστέψει τον ισχυρισμό ότι υπήρχε οργανωμένο σχέδιο εθνοκάθαρσης των Ελλήνων του Πόντου το οποίο διήρκησε 9 ολόκληρα χρόνια (1914-1923). Η Γενοκτονία των Αρμενίων διήρκησε 24 μήνες (1915-16), των Εβραίων 36 μήνες (42-44). Θα πρέπει λοιπόν οι ερευνητές να συγκεκριμενοποιήσουν το χρονικό διάστημα και να το μαζέψουν διαφορετικά κινδυνέψουν να χαρακτηριστούν γραφικοί. Το ΛΑΟΣ κατέθεσε πρόταση νόμου και μείωσε τα 9 χρόνια Ποντιακής Γενοκτονίας στα 7 χρόνια (1916-1923). Με άλλα λόγια ο καθένας έχει την δική του άποψη και μπορεί να λαστιχοποιεί την Γενοκτονία κατά δοκούν…

ΣΤ) Η επιλογή της 19η Μαιου ως Ημέρα Μνήμης είναι ατυχής και εκθέτει τους θιασώτες της Ποντιακής Γενοκτονίας. Σε αντίθεση με τους Αρμένιους οι οποίοι έχουν ορίσει την 24η Απρίλιου ως Ημέρα Μνήμης καθώς έλαβε χώρα πογκρόμ και δολοφονία επιφανών μελών της Αρμενικής Κοινότητας στην Κων/πολη δεν συνέβη την ημέρα εκείνη κάτι αντίστοιχο στους Έλληνες του Πόντου ή της Πόλης και ειδικότερα της Σαμψούντας όπου και αποβιβάστηκε ο Κεμάλ. Αν οι Τούρκοι έχουν καθιερώσει την 19η Μαιου ως αργία και Γιορτή της Νεολαίας ουδεμία σχέση έχει με πρόκληση ή προβοκάτσια εναντίον της Ημέρας Μνήμης της Ποντιακής Γενοκτονίας όπως θέλουν κάποιοι να την παρουσιάζουν (βλέπε ΠΟΕ κλπ). Η 19η Μαίου (των Τούρκων) είναι προγενέστερη δεκαετιών της αντίστοιχης Ποντιακής.

Εν τέλει θεωρώ ότι κακοί χειρισμοί και από το οργανωμένο Ποντιακό στοιχείο έχουν οδηγησεί σε μία φολκλορ εκδοχή της Ποντιακής Γενοκτονίας. Η Τουρκική κυβέρνηση χρηματοδοτεί ερευνητικά προγράμματα τόσο εντός της χώρας όσο και στο εξωτερικό για να αναδείξουν την Αρμενική τρομοκρατία» της περιόδου 1914-17. Εμείς ντύνουμε την Προεδρική Φρούρα με Ποντιακές στολές, τραγουδάμε μοιρολόγια για να πείσουμε τους εαυτούς μας. Η ειρωνία είναι ότι ενώ η Ελλάδα έχει αναγνωρίσει την Αρμενική γενοκτονία, η Αρμενία δεν έχει αναγνωρίσει την Ποντιακή. Είμαστε τελικά σοβαροί;

VN:F [1.9.17_1161]
Rating: 0.0/10 (0 votes cast)
VN:F [1.9.17_1161]
Rating: 0 (from 0 votes)

Permanent link to this article: http://www.euaclan.org/2011/05/%ce%b3%ce%b5%ce%bd%ce%bf%ce%ba%cf%84%ce%bf%ce%bd%ce%af%ce%b1-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%ae%ce%bd%cf%89%ce%bd-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%80%cf%8c%ce%bd%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%bc%cf%8d%ce%b8/

May 17 2011

The dissapointment of a fan.

Good evening everybody. I am sitting here in front of my computer this warm night after finishing a very long conversation with my best friend regarding our beloved strategy game, Civilization. After numerous hours wasted (and not spent) on the 5th sequel of this game, I’ve come to a number of results which led me to a dramatic decision to actually delete the damn thing from my hard disk drive and never give a damn about it unless major changes occur.

First things first, in both minds there was just one question, how on earth the game developers managed to go from a fantastic game as presented in Beyond the Sword to a poorly coded, boring game in form of Civilization V. The modifications made it a little more bearable but the fact that the game was badly developed in the first place is simply a factor that cannot be overruned.

During my trip so far, I was able to familiarize myself with all those new features that the developers introduced to the game, happiness system, policies, tiles improvement, city improvements and so on. To be honest when I first installed it I had good feelings, the UI was a bit better than the previous Civil and quite a few ideas were simply innovate  but somehow they manged to fuck up the game fundamental elements. All the years, in every Civil the general idea was pretty much the same, starting with a settler you make the best empire the world ever seen by expanding that first city to the point you can make new settlers and cover a landmass. Because Empires throughout history possess land. Soon after that you make contact with another civilization with which you could be friends, allies or enemies depending on factors that you will determine.  As years passing by, more cities will be built, more improvements will be constructed along with wonders that always gave you something in return for the time and shields that you had invested for building them and as you are exploring the map and new technologies will become available you are looking how to acquire more strategic resources to solidify your position against the AI. Unexpected events might occur, the breaking of an alliance, a swift in the original plans on how you are going to win the game, a military technological advantage against a weaker opponent or maybe an expanding warmongering neighbor that you have to deal with.

All those things kept the game interesting , us on edge because in next turn that Carthaginian son of a bitch could easily invade us on the part which was less defended or because we just happened to be the first ones with the modern armor at our disposal and then sky (or probably sea) was the limit. That was the game the way we used to play it and like it. That was all before Firaxis decided to prevent Sid Meier from getting anywhere near that development of the newest game. I won’t start to tell all the little annoyances or the bugs of the game because that would be pointless, time consuming and most of all with a simple google search you can get most of them. What concerns me the most is the fact that the current developers used to be community members. I simply can’t understand what sort of games they were playing because they certainly didn’t touch any of the previous Civilizations. If they had, they would know that the game presented as Civilization V is day and night with its precedents, it doesnt have the feeling of a Civil, it cannot be played as a Civil and it certainly wont last in time as a Civil.

Probably the only solution would be to bring Sid Meier back. I doubt that this concept can be saved. It has fundamental issues and in order to fix them you have to literally make a new game. I don’t think the company can afford for such a thing to happen so I am predicting that all we can hope for would be addons fixing problems like happiness, policies etc. It feels not enough for me. I want my fun back, I want to start a game on Friday night and finish it on Monday or Tuesday not Saturday morning. I want my Empire to be 20 cities large and rock the world not 4-5 cities with an enormous land acquired via culture. I want the fucking city-states to be gone because they hag my PC for nothing. I want my diplomacy to gain me advantages and be able to make alliances with friends not to get denounced for attacking a rival Empire by every single Empire. I want to be able to stack my units in order to protect them and not deploying my archer next to my might Legion and my Horseman next that. That’s not an army but a fucking parade. I want to be able to select my government type and not stupid policies. I want to build Stonehenge and get back a free monument in every city and the map centered, not give me 8 cultural points. I care less about specialists and all those things that AI abuses and exploits in order to get 40 size cities during Middle Ages while I am stuck at 14.  I want my Apostolic Palace back or the UN. That’s real life things that matter in game. Bring back the game I loved and take away that game that you call Civil V.

VN:F [1.9.17_1161]
Rating: 0.0/10 (0 votes cast)
VN:F [1.9.17_1161]
Rating: 0 (from 0 votes)

Permanent link to this article: http://www.euaclan.org/2011/05/the-dissapointment-of-a-fan/

May 15 2011

Κύπελο Ολυμπιακέ

Καταρχάς μπράβο μας που το πήραμε. Το αξίζαμε (βάση εμφάνισης 1000000%. Κατά δεύτερο, ο ζελάς δεν κατέβηκε ποτέ στο γήπεδο. Δε με ενδιαφέρει γιατί δεν κατέβηκε, είναι η αλήθεια όμως.

Κλείνοντας έχω να πω μόνο ένα πράγμα: Ο αποκλεισμός από το F4 ξεπλένεται μόνο με νταμπλ. Τελεία.

=-=-=-=-=
Powered by Blogilo

VN:F [1.9.17_1161]
Rating: 0.0/10 (0 votes cast)
VN:F [1.9.17_1161]
Rating: 0 (from 0 votes)

Permanent link to this article: http://www.euaclan.org/2011/05/%ce%ba%cf%8d%cf%80%ce%b5%ce%bb%ce%bf-%ce%bf%ce%bb%cf%85%ce%bc%cf%80%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%ad/

Older posts «

Page optimized by WP Minify WordPress Plugin